Πρόκειται για ένα έργο, μια «σκηνική σύνθεση» όπως την ονομάζει ο σκηνοθέτης Θανάσης Δόβρης, της νουβέλας του Walter M. Miller Jr. «The Darfsteller». Στα ελληνικά (με ένα λατινικό γράμμα στη μέση): «Νταρfστέλερ». Η νουβέλα γράφτηκε πριν από 75 χρόνια, το 1951 (και στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1970 με τίτλο «Η παράσταση»), ωστόσο φαντάζει ακόμα πιο μελλοντική από το σήμερα: βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου οι ηθοποιοί έχουν αντικατασταθεί από άψογες, αλάνθαστες παρουσίες τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο ένας παλιός ερμηνευτής αρνείται να συμβιβαστεί με αυτήν την πραγματικότητα και συνεχίζει να διεκδικεί τη σκηνή ως υλικό σώμα, ως ανθρώπινη συνειδητή ύπαρξη. Ο Θανάσης Δόβρης ανακάλυψε αυτό το κείμενο και το ανεβάζει σε δική του σκηνοθεσία, σκηνική σύλληψη και δραματουργία, σε μουσική Γιώργου Κανουπάκη και με έξι ηθοποιούς επί σκηνής (Κωνσταντίνος Εξαρχόπουλος, Ιωσήφ Καμπουράκης, Θεοφάνης Κατέχος, Ναυσικά Κοριαλού, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Δάφνη Χασούρου). Το ανεβάζει δε σε μια ιδιαίτερη σκηνή, το θέατρο «Ρεκτιφιέ», που φέρει τη δική του φιλοσοφία και ως χώρος και ως καλλιτεχνική αισθητική ως Κέντρο Μεικτών Παραστατικών Τεχνών (S.O.M.P.A). Μαζί του συνομιλήσαμε με κεντρικό άξονα την τριπλέτα: τεχνολογία-πολιτισμός-δημοκρατία.

• Γιατί αυτό το έργο σε αυτόν τον χώρο μάλιστα;
Η βασική ιστορία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ένιωσα ότι υπάρχει πεδίο ανοιχτό και αφορμή για να μιλήσω για την τέχνη του θεάτρου. Κυρίως, όμως, να μιλήσω για μια στιγμή του ηθοποιού που με απασχολεί πολύ έντονα: τα δευτερόλεπτα, τα ελάχιστα αυτά λεπτά που περιμένει ο ηθοποιός να βγει απ’ το σκοτάδι στο φως, από την αφάνεια στην επιφάνεια, από την αορατότητα στην απόλυτη έκθεση. Το «Ρεκτιφιέ» με βοηθά να είμαι πιο ήρεμα ο εαυτός μου και να συνομιλώ περισσότερο με τη βασική ιδέα της παράστασης, χωρίς τους περισπασμούς της αγοράς, με όλα τα ρίσκα βέβαια και τις δυσκολίες που έχει μια πολύ μικρή παραγωγή.
Ωστόσο είμαι πολύ χαρούμενος γιατί ξανασυναντάω στη σκηνή έναν αγαπημένο μου ηθοποιό, τον Γρηγόρη Ποιμενίδη, που πέραν της φιλίας μας και των συναντήσεών μας στη σκηνή (τον έχω σκηνοθετήσει δύο φορές, στο «Γκιακ» και στον «Μακμπέθ»), έχουμε αναπτύξει μια επικοινωνία που θεωρώ ότι είναι εντελώς απαραίτητη γι’ αυτήν την παράσταση. Μια παράσταση που νομίζω ότι προσπαθεί να ενσαρκώσει τον άνθρωπο του μέλλοντος. Εναν άνθρωπο βουτηγμένο στο ψέμα, χωρίς φωνή, βουβό παρατηρητή των συμβάντων, με μια μεγάλη λαχτάρα να καεί και να χαθεί σαν ένας αγγελικός καμικάζι. Και όλο αυτό μέσα σε μια σκηνή θεάτρου, όπου εκεί όλα επιτρέπονται και όλα μπορούν να δοκιμαστούν και να ζήσουν έστω για μια στιγμή. Γι’ αυτή τη μυστηριώδη μαγική στιγμή του ενδιάμεσου της ζωής και της σκηνής. Τη στιγμή της κουίντας που ανοίγει!
• Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη αντικαθιστά τον ηθοποιό, τι ακριβώς χάνεται; Η τέχνη ή η πολιτική δύναμη του ανθρώπινου σώματος;
Δεν αντικαθιστά μόνο τον ηθοποιό, αλλά τον Ανθρωπο. Ο ηθοποιός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεώδους Δημοκρατίας. Δεν είναι ούτε εκπρόσωπος μιας βιομηχανικής προπαγάνδας (βλέπε Χόλιγουντ), ούτε κάποιος χομπίστας που «κάνει» θέατρο για να «ψάξει το μέσα του» (ίδιον του ερασιτέχνη). Ο ηθοποιός είναι εκεί για να υπηρετήσει τον άνθρωπο. Ο ηθοποιός είναι ο μέσος όρος. Οπότε σ’ αυτό που με ρωτάς, θα σου απαντήσω: Ο κόσμος χάνεται όταν ο άνθρωπος αποπολιτικοποιείται και η τέχνη που ευαγγελίζεται είναι μια χαρούμενη ή δραματική καρτ ποστάλ, αναλόγως με τη διάθεση…
• Η «τέλεια αναπαραγωγή» που δείχνει το έργο είναι αισθητικό ζήτημα ή βαθιά πολιτικό εργαλείο ελέγχου;
Τα πάντα είναι αισθητική. Είναι ζήτημα αισθητικής ο πρωθυπουργός που έχεις, οι υπουργοί, οι διευθυντές που έχεις και το χιούμορ που αυτοί αναπαράγουν. Αρα και η αισθητική που προτείνουν είναι πολιτική: πολιτική αισθητική. Δεν ψηφίζουμε μόνο πολιτικές. Ψηφίζουμε κι ανθρώπους που μας είναι συμπαθητικοί για την αισθητική μας. Δυστυχώς…
• Το έργο μιλά για «τελευταία πράξη αντίστασης». Το θέατρο σήμερα μπορεί όντως να αντισταθεί ή απλώς αναπαριστά την αντίσταση;
Το θέατρο σήμερα αναπαριστά την αντίσταση, γιατί «συμβαίνει» με καπιταλιστικούς όρους. Με όρους θεάματος. Δηλαδή λειτουργεί με όρους ευθέως αντίθετους στην ίδια του τη φύση. Η φύση του είναι συλλογική, ανθρωπιστική, σχεδόν χριστιανοκομμουνιστική με κοινωνικούς όρους. Είναι αφ’ εαυτού του συλλογικό. Από τη ρίζα του. Εχει να κάνει με πολλούς ανθρώπους μαζί, που προσπαθούν να συνεννοηθούν σε κάτι για να πετύχουν κάτι κοινό και να το μοιραστούν με τους συνανθρώπους τους. Επομένως η αναπαράσταση της αντίστασης δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα ούτε για μας τους ηθοποιούς, ούτε για τους θεατές, τον λαό δηλαδή που μας παρακολουθεί. Αρα συμφέρει το σύστημα.
• Είναι το σώμα επί σκηνής το τελευταίο «μη ελεγχόμενο» μέσο έκφρασης; Επί σκηνής; Επί δρόμου; Επί σκέψεως; Ποιο είναι το τελευταίο μη ελεγχόμενο μέσο έκφρασης;
Το σώμα στη σκηνή είναι μια μεγάλη ιστορία και έχουν μιλήσει γι’ αυτό μεγάλοι τεχνίτες του θεάτρου. Ο δρόμος είναι κι αυτός μια τεράστια σκηνή. Η σκέψη, πάλι, είναι η μη πράξη. Είναι ασώματη. Οπως έγραψε και ο Καρλ Σμιτ στο ημερολόγιό του: «Η Δύση πεθαίνει ως Αμλετ». Οπότε προτιμάμε την τρέλα, τη δράση. Χρειαζόμαστε τον Δον Κιχώτη τον Ισπανό!
• Το λάθος -που υπερασπίζεται το έργο- είναι αισθητική επιλογή ή πράξη ανυπακοής; Και, εν τέλει, ποιος ωφελείται από έναν πολιτισμό χωρίς λάθος: το κοινό ή τα συστήματα εξουσίας;
Σε καμία περίπτωση το λάθος δεν είναι αισθητική επιλογή. Τότε θα ήταν κάτι νεκρό. Το λάθος είναι εγγενής ανάγκη του ανθρώπου, ώστε να βελτιώνεται, να ταπεινώνεται. Είμαστε θνητά ατελή όντα. Είμαστε αμετάκλητα εφήμεροι για να έχει η τελειότητα το οποιοδήποτε νόημα. Οσο για το ποιος ωφελείται, όπως λέει και ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος, διανύουμε την περίοδο του «βελούδινου φασισμού»: όλα είναι fancy και ελεγχόμενα. Αν έγραφε ένα έργο σήμερα ο Μπέκετ θα ήταν για έναν άνθρωπο πάνω στη σκηνή χωρίς κανένα κείμενο, χωρίς καμία κίνηση: μια άλαλη Γουίνι.
• Τέλος, με τα όσα ευαγγελίζεται το έργο αυτό αλλά και τα όσα συμβαίνουν ήδη (παραγωγές όπως γίνονται, σκηνές όπως είναι, πολιτισμός όπως βάλλεται)… θα γίνει τελικά το θέατρο προϊόν πολυτελείας; Τι θα σημαίνει αυτό;
Το θέατρο είναι πάντα η μικρογραφία της κοινωνίας και οι εργάτες του, όπως οι κάθε λογής καλλιτέχνες, παίρνουν μοιραία το σχήμα του τόπου τους. Μπορείς να μιμηθείς καλά, κακά ή μέτρια το θέατρο του Βερολίνου, αλλά υπάρχεις στην Ελλάδα και το θέατρό σου είναι αυτό που γεννάει η συγκεκριμένη κοινωνία που ζεις. Μερικές φορές έχω την αίσθηση βλέποντας θέατρο, είτε γηγενές είτε στο εξωτερικό, ότι βρίσκομαι σε μια γκαλερί με έργα τέχνης προς πώληση και εσωτερική κατανάλωση, για «εκλεκτούς» συλλέκτες: είναι σαν να «τρώνε πόρτα» οι λαοί και να επιτρέπονται μόνο οι ιδιώτες.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Το «ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ» παίζεται για πολύ λίγες παραστάσεις από 15/4 έως 2/5 (15, 16, 18, 19, 20, 21, 27, 28/4 και 1, 2/5) στις 21.00 στο θέατρο «Ρεκτιφιέ» (Κωνσταντινουπόλεως 119, Αθήνα). Προπώληση: www.ticketservices.gr.
