Προχωρούσα με συγκρατημένο δισταγμό προς το θέατρο του Μεταξουργείου, παρά τα όσα εγκωμιαστικά είχαν ήδη φτάσει στ’ αυτιά μου για την πρόταση του Γιώργου Παπαγεωργίου από συναδέλφους και φίλους. Δεν θεωρώ αδικαιολόγητη την αρχική μου επιφύλαξη. Τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα συναντά κανείς στη σκηνή μας παραστάσεις που ακόμη και με τις ευγενέστερες προθέσεις δύσκολα αποφεύγουν τον χαρακτηρισμό τού «one-man show». Πολλαπλασιάζονται οι διασκευές που επιχειρούν να συμπυκνώσουν ένα έργο, θεατρικό ή μη, σε μια διαδοχή ρόλων, αναθέτοντάς τους σε έναν και μόνο ερμηνευτή επί σκηνής. Πρόκειται ασφαλώς για μια μορφή με ισχυρή ιστορική διαδρομή, η οποία ωστόσο σήμερα φαίνεται να επιστρέφει με τέτοια ένταση ώστε να διαμορφώνει μια σχεδόν αυτόνομη «τάση».
Τι να σημαίνει άραγε αυτή η επιμονή; Από μια πλευρά θα μπορούσε να τη διαβάσει κανείς ως ένδειξη ωρίμανσης της υποκριτικής τέχνης. Ως δοκιμασία υψηλής δεξιοτεχνίας στην οποία ο/η ηθοποιός -ενίοτε μάλιστα σε νεαρή ηλικία- καλείται να διαχειριστεί αλλεπάλληλες μετατοπίσεις προσώπων, φωνών και καταστάσεων χωρίς τη γνώριμη στήριξη ενός «συνόλου». Είναι ωστόσο η ίδια η συχνότητα των προτάσεων που επαναφέρει ορισμένα ερωτήματα: η υπόσχεση της συμπύκνωσης δεν καταλήγει ενίοτε σε μια ιδιότυπη μονοφωνία; Η πολυπρισματικότητα ενός έργου διατηρείται άθικτη όταν διέρχεται μέσα από ένα και μόνο σώμα, από μία και μόνη φωνή; Και ίσως πιο ουσιαστικά: μήπως πίσω από το κάλυμμα ενός «σόλο ρεσιτάλ» διαγράφεται μια έστω πρόσκαιρη τάση συγκεντρωτισμού που μετατοπίζει το βάρος της θεατρικής πράξης από τη συλλογικότητα προς την ατομική επίδειξη;
Με τέτοια διάθεση προχωρούσα λοιπόν προς τη νέα εκδοχή του «1984» από το «Δίπυλον». Μα οι όποιες αμφιβολίες μου διαλύθηκαν σχεδόν αυτόματα με την έναρξή της. Αυτή τη φορά ήταν η ίδια η μορφή της διασκευής που έμοιαζε να θέτει το νόημά της. Η ανάγνωσή της δεν στόχευε στην αναπαράσταση της γνωστής δυστοπίας του Οργουελ, αλλά στην εσωτερίκευσή της.
Γιατί το «1984» που έβλεπα αφορούσε πια όχι μόνο το «προφητικό» έργο για τους μηχανισμούς ελέγχου και καταπίεσης, αλλά και το σήμα μιας επερχόμενης, τρομακτικής και ολοένα εγγύτερης μοναξιάς. Ο ήρωάς του εμφανίζεται αυτή τη φορά ριζικά μόνος: αποκλεισμένος, αποκομμένος, βαθιά ερημωμένος από κάθε δυνατότητα συνάντησης με τον άλλον. Μέσα σε αυτό το τοπίο η περιπέτειά του αποκτά διαφορετικό βάρος. Πέρα από την ελευθερία, αυτό που ζητάει είναι να συναντήσει τον άλλον, να δεθεί μαζί του σε κοινό αγώνα, να προχωρήσει σε μια αντίσταση που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην έξοδο.
Αυτό ακριβώς αναδεικνύει, και μάλιστα με ιδιαίτερη καθαρότητα, η διασκευή της Ελενας Τριανταφυλλοπούλου. Κάνει και κάτι άλλο, μεγαλύτερο: η νέα μεταφορά του «1984» εκτός από αντίλαλος της αρχικής δυστοπίας του Οργουελ μοιάζει να καταγγέλλει και ένα είδος υπόγειας δομής που διαβρώνει τη σημερινή εμπειρία. Η εκδοχή της στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο η οργουελική συνθήκη εντοπίζεται σήμερα εγγεγραμμένη στο σώμα, στη φωνή και τη γλώσσα.
Διόλου τυχαίο λοιπόν πως η παρουσία του Παπαγεωργίου επί σκηνής έφερνε στον νου μια παλιότερη παράσταση. Τη «Συνάντηση» που είδαμε πριν από δέκα χρόνια στη «Στέγη» από τη φοβερή ομάδα της Complicité. Ούτε τότε το «ρεσιτάλ» του Simon McBurney λειτουργούσε ως απλή επίδειξη δεξιοτεχνίας. Μετασχηματιζόταν σε πολυεπίπεδο μηχανισμό αφήγησης όπου το σώμα, η φωνή, ο ήχος και η τεχνολογία συνυφαίνονταν σε μια εμπειρία που ανήκε ταυτόχρονα τόσο στο επινενοημένο (devised) όσο και στο σωματικό θέατρο.
Και εκεί ο ηθοποιός δεν ερμήνευε απλώς έναν ρόλο· επινοούσε επί σκηνής τις συνθήκες της αφήγησής του. Αυτό που βλέπαμε ήταν ένα θέατρο που παραγόταν μέσα από αυτήν, τη στιγμή της εκφοράς του, ένα θέατρο που με όλη του τη προετοιμασία και ακρίβεια αντλούσε τη δυναμική του από το επινενοημένο θέατρο.
Οπως, βεβαίως, και το «σωματικό». Οι ρόλοι, οι φωνές και οι καταστάσεις που διέρχονται από το ίδιο σώμα το οδηγούσαν να λειτουργήσει ως κατεξοχήν πεδίο της σκηνικής νοηματοδότησης.
Η ίδια λογική φαίνεται να διαπερνά το «1984» στο «Δίπυλον». Και εδώ το θέατρο δεν προϋπάρχει σαν έτοιμη μορφή, αλλά μέσα από τη διαδοχή φωνών, σωμάτων και αφηγηματικών επιπέδων. Εστω και αν η κατεύθυνση που τελικά παίρνει είναι διαφορετική από εκείνη της «Συνάντησης». Αν στη παλιά δουλειά του McBurney η πολλαπλότητα λειτουργούσε σαν άνοιγμα και διεύρυνση του κόσμου μέσα από τη σκηνή, στην ερμηνεία του Παπαγεωργίου μοιάζει να οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Η μονοπρόσωπη συνθήκη δεν είναι μέσο για να αναδειχτεί η πολλαπλότητα, αλλά όριο εντός του οποίου αυτή ασφυκτιά. Το σώμα του ερμηνευτή δεν γίνεται τόπος ελευθερίας, αλλά πεδίο πίεσης.
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου εμφανίζεται ως μόνος ενάντια στη βία της εξουσίας και της μοναξιάς. Ο ηθοποιός πετυχαίνει κάτι πολύ ιδιαίτερο: να μεταφέρει τη βία ως εσωτερικευμένη εμπειρία, διαρκή ένταση που διαπερνά το σώμα, τη φωνή και τον ρυθμό της παρουσίας του. Η ερμηνεία του δεν στηρίζεται σε εντυπωσιακές μεταμορφώσεις, αλλά σε μικρές και ακριβείς μετατοπίσεις. Στη φωνή πρώτα, όπου ο τόνος χαμηλώνει ή σπάει ανεπαίσθητα σαν να φθείρεται εκ των έσω. Στο σώμα έπειτα, που συστέλλεται ή παγώνει στιγμιαία πριν επανέλθει σε μια εύθραυστη ισορροπία. Στον ρυθμό τελικά, που διακόπτεται από παύσεις, ρωγμές στον χρόνο της σκηνής. Μέσα από ανεπαίσθητες κινήσεις ο Παπαγεωργίου κατορθώνει να υποδηλώσει την παρουσία των «άλλων» χωρίς ποτέ να τους εγκαθιδρύει πλήρως. Οι ρόλοι περνούν από πάνω του σαν ίχνη. Και έτσι η σκηνική παρουσία του αποκτά μια παράδοξη διττότητα: είναι ταυτόχρονα πυκνή και διάτρητη, γεμάτη όσο και ελλειμματική.
Ο κόσμος της εσωτερικής ερημίας και εξωτερικής απειλής συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από τα ηχοτοπία και τα μουσικά μοτίβα του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη. Η συμβολή του υπερβαίνει κατά πολύ τον ρόλο της απλής «συνοδείας». Ο ήχος δεν πλαισιώνει την παράσταση· τη διαπερνά, τη θεμελιώνει, υποδεικνύοντας μια διάσταση ίσως πιο πραγματική (ή πιο αληθινή) από εκείνη που δηλώνεται επί σκηνής.
Ισως γι’ αυτό η μουσική αποκτά αληθινό σώμα και παρουσία μέσω του κουαρτέτου εγχόρδων των Βανέσσας Αθανασίου (Νάσιας Σιαμέτη), Αναστασίας Μηλιώρη, Ελενας Μήτσα και Γρηγόρη Καρκάνη. Και ας μην τους ανήκει το σύνολο της μουσικής ύλης· η σκηνική τους παρουσία μεταφέρει κάτι πέρα από την εκτέλεση, τη σχεδόν λησμονημένη ευγένεια, την υπόμνηση ενός άλλου κόσμου. Είναι σαν η ύπαρξή τους να ανοίγει έστω και στιγμιαία μια χαραμάδα φωτός στο κατάμαυρο σύμπαν της παράστασης. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκονται και τα σκηνικά της Αλέγια Παπαγεωργίου, που υπηρετούν με συνέπεια το ύφος της παράστασης χωρίς να επιβάλλονται, σαν διακριτικό πλαίσιο που ενισχύει τη συγκέντρωση της δράσης στο σώμα και στη φωνή.
Υπάρχουν στιγμές όπου ένα σώμα αρκεί για να υποκαταστήσει έναν κόσμο. Κι άλλες, σπανιότερες, στις οποίες αποκαλύπτει την απουσία του. Η εκδοχή του «1984» στο «Δίπυλον» ανήκει νομίζω στη δεύτερη κατηγορία. Γι’ αυτό ίσως η εμπειρία της παράστασης δεν ολοκληρώνεται με την αυλαία της. Επιμένει σαν υπόκωφη αίσθηση πως ό,τι είδαμε δεν αφορά τον φανταστικό τόπο μιας μακρινής «Ωκεανίας». Αλλά κάτι που ήδη, σιωπηλά, μας περιβάλλει.
