Φαεινή είκοσι τεσσάρων καρατίων κατέβασε, κάπου στα πρώτα χρόνια του ’80, η γκλάβα του φωτορεπόρτερ Χρήστου Αρβανίτη, εκ των εμβληματικών της γενιάς του. Εξασφάλισε διαπίστευση για το Κοινοβούλιο, το οποίο επισκεπτόταν σπανίως κατά τις πολύκροτες συνεδριάσεις. Ποσώς τον ενδιέφερε το στομφώδες ύφος των αστέρων του την ώρα που εκφωνούν τα διαπρύσια κατεβατά τους. Προτιμούσε, απεναντίας, να καιροφυλακτεί σε αντιδημοφιλείς συνεδρίες, όταν τα έδρανα έμεναν σχεδόν άδεια και η πλειονότης των συναδέλφων του απαξίωνε να παρευρεθεί.
Αθέατος στα θεωρεία, όπλιζε τη μηχανή με τον τετρακοσάρη φακό και ζουμάριζε στο δοξαπατρί, απαθανατίζοντας προέδρους, πρωθυπουργούς, πολιτικούς αρχηγούς, υπουργούς και στελέχη της αντιπολίτευσης να μασούν ανύποπτοι τα νύχια τους, να διορθώνουν στα κλεφτά το χτένισμά τους, να τρίβουν τα μάτια τους, να σκαλίζουν τη μύτη τους, να ξερογλείφονται, να χασμουριούνται ή να παραδίδονται αμαχητί στη βαθιά αγκαλιά του Μορφέα. Αποθησαύριζε τα ενσταντανέ σε ευρύχωρο ερμάριο του γραφείου του, απ’ όπου παρακολουθούσε ανελλιπώς την επικαιρότητα. Για όποιους πολιτικούς την απασχολούσαν είχε φυλαγμένες ουκ ολίγες πόζες με αλλόκοτες γκριμάτσες. Διάλεγε τις εκφραστικότερες και γραμμή στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν.
Καιρό έψηνε διστακτικούς αρχισυντάκτες να τις δημοσιεύσουν, έστω για δοκιμή. Συναντούσε καθολική άρνηση με επίμονη επωδό το ακατάρριπτο τότε στον Τύπο ταμπού του αστικού καθωσπρεπισμού. Οξυδερκής συντάκτης ύλης αντιπολιτευόμενου φύλλου, μολαταύτα, μυρίστηκε την επιτυχία και τόλμησε να τυπώσει στη σελίδα των παρασκηνίων χαρακτηριστικό χασμουρητό υψηλόβαθμου υπουργού, συνοδευόμενο από ευρηματική λεζάντα. Το πείραμα προκάλεσε ζωηρή αίσθηση και καθιερώθηκε συν τω χρόνω εν είδει μόνιμης στήλης, βρίσκοντας πρόθυμους αντιγραφείς σε πάμπολλα έντυπα. Η ρηξικέλευθη ιδέα του Αρβανίτη και τα αδιάκοπα πηγαινέλα του στη Βουλή δημιούργησαν νέα δημοσιογραφική εξειδίκευση: το ακόμη ακμάζον παραπολιτικό φωτορεπορτάζ.
Ολιγόλογος και χαμηλών τόνων, ο Χρήστος ουδέποτε καυχιόταν γι’ αυτό. Την άγνωστη δόξα του ζήλεψε εσχάτως η γνωστή και μη εξαιρετέα Ζωή Παρλαπιποπούλου που βάλθηκε να βιντεοσκοπεί με το κινητό την ανεχόρταγη περσόνα του Αδ-όνειδος, ενώ καταβρόχθιζε με θορυβώδες θράσος κρακεράκια, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη ανέβαινε στο βήμα να ρητορεύσει έναν απ’ τους λακωνικούς φιλιππικούς της. Ο τηλε-εξαρτημένος και τοξικός υπουργός, που φέρνει τα κανάλια όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, δυστρόπησε με την αυτόκλητη εικονολήπτρια και, αφού δεν μπορούσε να καλέσει τα ΜΑΤ στο σεπτόν τέμενος, ζήτησε απ’ τον προεδρεύοντα να φωνάξει τον πρόεδρο να τη συνετίσουν. Ακολούθησαν σπαρταριστοί διάλογοι. Τους συνοψίζει η αμίμητη ατάκα της άλλοτε προέδρου: «Δεν χορταίνουν με όσα έχουν φάει και θέλουν μέσα στη Βουλή να τρώνε επιδεικτικά κρακεράκια».
Σαφώς η φαντασία του Αδ-όνειδος υπολείπεται. Παρά ταύτα η κοκορομαχία έληξε χωρίς νικητή, με όλους εμάς ηττημένους. Διότι, οι φωτογραφίες του Αρβανίτη εκφράζουν την εποχή της αθωότητας: όταν η ασυνήθιστη αποτύπωση του φαίνεσθαι αποκάλυπτε υποφωτισμένες, αλλά πραγματικές, πτυχές τού είναι. Αντίθετα σήμερα, η ένθεν κακείθεν υποταγή στην παντοκρατορία της εικόνας, στην επίπλαστη λάμψη του φαίνεσθαι, παγιδεύει, συσκοτίζει και εν τέλει ενοχοποιεί την ουσία. Αμφότεροι οι μονομάχοι της Βουλής φιλοτεχνούν μεθοδικά το δημόσιο προφίλ τους με κίβδηλες παραστάσεις, που βαθμιαία συνιστούν την αλήθεια τους. «Η εξειδίκευση των εικόνων του κόσμου επανευρίσκεται ολοκληρωμένη, εντός του κόσμου της αυτονομημένης εικόνας, όπου το ψευδές εξαπάτησε τον ίδιο του τον εαυτό» τους ξεμπροστιάζει το αύθαδες πνεύμα του Γκι Ντεμπόρ.
