ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αργησα –με δική μου υπαιτιότητα– να δω τη νέα παράσταση στο ανανεωμένο θέατρο της Πλάκας, με αποτέλεσμα όταν βρέθηκα εκεί να ήμουν ήδη προϊδεασμένος από τις κρίσεις των συναδέλφων μου. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά τού «Μπέλλος», ανάμεσα σε πολλούς άλλους ακόμη, γνώριζα ότι τις επόμενες ώρες δεν θα συναντούσα παρά ακόμη μία επιτυχία της ομάδας. Μα αυτό που συνάντησα στο τέλος υπερέβη κατά πολύ κάθε πρότερη βεβαιότητα.

Να ειπωθεί εξ αρχής πως η ίδια η παράσταση θα μπορούσε –ίσως και θα όφειλε– να λειτουργήσει ως περίπτωση μελέτης για τον τρόπο οργάνωσης, δημιουργίας και έκφρασης του σημερινού νεανικού θεάτρου. Σχεδόν όλα βρίσκονται εδώ: πρώτα απ’ όλα η ιδιότυπη «επιστροφή του συγγραφέα»· όχι όμως του συγγραφέα ως αυθύπαρκτης αυθεντίας, αλλά ως οργανικού και αναπόσπαστου μέρους μιας ευρύτερης και σαφώς μεταδραματικής διαδικασίας. Το συγγραφικό δίδυμο των Κωνσταντίνου Μαυρόπουλου και Βίβιαν Στεργίου δεν έρχεται να επιβληθεί στην πρόβα, αλλά να συνομιλήσει μαζί της: να μεταβολίσει την επί σκηνής ενέργεια και τη συλλογική διεργασία της σε συντεταγμένο λόγο, σε δραματουργικό ιστό, σε κείμενο που λειτουργεί ταυτόχρονα σαν ίχνος και οδηγός.

Κάπου εδώ συναντάμε ένα άλλο χαρακτηριστικό της νεότερης γενιάς: την επιμονή της σε ένα θέατρο που φτιάχνεται από την αρχή, χειροποίητα και χωρίς διαμεσολαβήσεις, με πρώτες ύλες τα βιώματα των ίδιων των συντελεστών, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να λειτουργεί πριν απ’ όλα καθαρτικά για εκείνους που το δημιουργούν.

Κι από την άλλη συναντά κανείς εδώ τη μετακίνηση του θεάτρου προς έναν αποσπασματικό και σπονδυλωτό χαρακτήρα· έναν τρόπο θέασης που επιχειρεί να απεικονίσει τη ρέουσα πραγματικότητα, γνωρίζοντας πως δεν μπορούμε πια –ή δεν προσποιούμαστε ότι μπορούμε– να την κατανοήσουμε σε βάθος, πόσο μάλλον να τη συναρμολογήσουμε σε ένα ενιαίο, απόλυτο σχήμα.

Στο «Απόψε κανείς» το νόημα της καθημερινότητας, όπως και των προσώπων που τη διασχίζουν, βρίσκεται σταθερά εκτός κάδρου. Αυτό που απομένει στο προσκήνιο είναι ορισμένοι βασικοί εξωτερικοί άξονες, στους οποίους εγγράφονται σπαράγματα μιας αφήγησης που έχει διαρραγεί: σεξ, βία, εξουσία, πίστη, αγάπη… Η παράσταση ζητάει, αντί να μας παρουσιάσει, να μας εμπλέξει στην τελική σύνθεση του προσώπου, στην ιστορία και στον ψυχισμό του. Γι’ αυτό η ίδια η παράσταση θυμίζει κάπως επιθεώρηση, ρεβί μικρών ιστοριών που συνδέονται κάποια στιγμή με τη μορφή σπαραγμάτων σε ένα μεγάλο, και αόρατο για εμάς, ψηφιδωτό.

Είναι γι’ αυτό αποσπασματικό το «Απόψε κανείς», όπως ειπώθηκε; Είναι «ανοικονόμητο» ή πιθανόν «ανερμάτιστο»; Προσωπικά η συγκίνησή μου προήλθε από ακριβώς το αντίθετο: από την αίσθηση πως είδα στο βάθος να συντελείται κάτι ολοκληρωμένο και ουσιαστικό, από το οποίο εμείς, οι θεατές, αντιλαμβανόμαστε μόνο την κορυφή. Εξι νέα παιδιά κουβαλούν μπροστά μας τις φαινομενικά ασήμαντες ιστορίες τους: τις συγκατοικήσεις με τους άλλους ή τις εξίσου προβληματικές, το ίδιο ελλιπείς ή τραυματικές, μοναχικές συγκατοικήσεις με τον εαυτό τους. Ο ένας ψάχνει τον δρόμο του μέσω του life coaching, ο άλλος μέσα από τυχαίες ερωτικές επαφές, ο τρίτος ακολουθώντας τον δρόμο του θεάτρου· μια κοπέλα αναζητεί πόρους διαβίωσης στο σκοτεινό διαδίκτυο, μια άλλη την ίδια την ταυτότητά της. Κι όμως κανείς δεν τους γνωρίζει πραγματικά. Το εντυπωσιακό εδώ δεν είναι η αποσπασματικότητα της σύνθεσης, όσο το γεγονός ότι οι ηθοποιοί μπορούν να υποστηρίξουν τα μισοφωτισμένα αυτά πρόσωπα σαν αυθύπαρκτες υπάρξεις.

Από τη μια διατρέχει την παράσταση καθαρή κατάφαση: ελεύθερα, συνειδητά σώματα που συμμετέχουν σε μια γενναιόδωρη διαδικασία μετάδοσης ευαισθησίας και συγκίνησης. Πνευματώδες χιούμορ, ατάκες και σπόντες, σάτιρα απειλητική, σωματική, που χτυπά χωρίς να ζητά συγγνώμη. Και μεταμορφωτική δύναμη τέτοια, ώστε συχνά δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως πρόκειται για τον ίδιο ηθοποιό που μόλις πριν από λίγο υποστήριζε ένα εντελώς διαφορετικό «νούμερο». Ταυτόχρονα, κάτω από τη ζωηρή αυτή επιφάνεια κυκλοφορεί μια υφέρπουσα μελαγχολία: μοναξιά, έλλειψη επικοινωνίας, δυσκολία συνάντησης. Οχι όμως ως κεντρικό θέμα, αλλά σαν υπόμνηση. Το αντίδοτό της δεν βρίσκεται σε όσα λέγονται ευθέως, αλλά σε όσα σημειώνονται στο περιθώριο και ενεργοποιούν τη δική μας ικανότητα να τα ανακαλύψουμε ανάμεσα στα άλλα.

Ετσι αναδύεται χωρίς διδακτισμό η θετική δύναμη της ζωής «που επιμένει»· η ζεστασιά της φιλίας· ο έρωτας, η ελπίδα. Και, στο τέλος όλων, η ανθρωπιά. Διόλου τυχαία, το τελευταίο «επεισόδιο» του «Απόψε κανείς» δεν ανήκει στη σκηνή: Οι τρεις οθόνες, που έως εκείνη τη στιγμή ενέτασσαν τα γεγονότα στο ποτάμι της Αθήνας, ρουφούν τώρα τα πρόσωπα και τα προβάλλουν στον δικό τους κόσμο. Αυτά τα πλάσματα επιστρέφουν στην αρχική τους κατάσταση, στην πρώιμη, άυλη εικόνα τους. Και το θέατρο που τα φώτισε για λίγο, σβήνει αργά τα φώτα του. Πράγματι κανείς απόψε δεν «πέθανε» μπροστά μας. Ολοι έζησαν έστω για λίγο, όσο τους αισθανθήκαμε.

Ο σκηνοθετικός θρίαμβος της Αικατερίνης Παπαγεωργίου ξεκινά ήδη από τη σύλληψη της ιδέας, περνά μέσα από την ουσιαστική ώσμωση των ηθοποιών με το υλικό της παράστασης και ολοκληρώνεται στη σκηνική της πραγμάτωση. Ενα συνεχές γαϊτανάκι επί σκηνής με την εξαιρετική κινησιολογική δουλειά της Χρυσηίδας Λιατζιβίρη.

Η ροή είναι ασταμάτητη, γεννά το άγχος της μαρτυρίας, την ανάγκη των προσώπων να ακουστούν πριν χαθούν. Σε αυτό το πλαίσιο η ιδέα τού να φορά ο ένας τα ρούχα που ο άλλος μόλις έχει αποθέσει στο έδαφος αποκτά ιδιαίτερη σημασία: απλή αλλά εύστοχη σκηνική μεταφορά της συνέχειας, της ανταλλαγής, της κοινής μοίρας. Τα λειτουργικά σκηνικά της Μυρτώς Σταμπούλου και τα κοστούμια της Ειρήνης Γεωργακίλα υπηρετούν ακριβώς αυτή τη λογική της διαρκούς μετάβασης.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο: Η σκηνοθεσία φροντίζει ώστε το ένα να μη συνθλίβει το άλλο, αλλά να συνυπάρχουν. Ο σχεδιασμός των βίντεο ανήκει στους Πέτρο Πρίντεζη, Βασίλη Μανιάτη και Κυριακή Γεραβέλη, η μουσική του Διαμαντή Αδαμαντίδη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου συμπληρώνουν ένα σύνολο που αναπτύσσεται σαν ενιαίος οργανισμός.

Και περνώ έτσι στους ηθοποιούς, καθένας από τους οποίους πετυχαίνει κάτι σπάνιο: να λάμπει μόνος του και, την ίδια στιγμή, να τροφοδοτεί με τη λάμψη του το σύνολο. Ο Αλέξανδρος Βάρθης –εξαιρετικός, μεταξύ άλλων, στον ρόλο του «όνομα και μη χωριό» πολιτικού–, ο Νίκος Γιαλελής –θαυμάσιος ως επαγγελματίας εξ αποστάσεως ψυχοθεραπευτής–, ο Φάνης Μιλλεούνης –μια σπουδή στις χαμηλές αρμονικές–, ο Τάσος Λέκκας –και μόνο για την ιδέα να ανακαλύπτει τον ήρωά του στην ίδια την αναπνοή του–, η Αλεξάνδρα Μαρτίνη –που συμπυκνώνει τη μητρική μελωδία σε τρεις νότες–, η Ελίζα Σκολίδη – μια εισαγγελέας χαμένη στον λαβύρινθο του δημόσιου λόγου… Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο η ευκολία με την οποία μπαίνουν στο εξωτερικό «δέρμα» κάθε προσώπου, αλλά και το ότι διατηρούν από κάτω αναλλοίωτο το δικό τους πρόσωπο. Σαν να μας επιτρέπουν να δούμε ταυτόχρονα τη μεταμόρφωση και τον φορέα· τον ρόλο και το σώμα που τον κουβαλά.

Μια παράσταση διάρκειας δυόμισι ωρών που παραδόξως σε αφήνει στο τέλος πιο ξεκούραστο απ’ ό,τι όταν ξεκίνησε. Ενα θέατρο που χαρίζει το χαμόγελο της αυτοπεποίθησης που το ίδιο κατέκτησε πρώτα για τον εαυτό του.