Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν μια ταινία έλειπε από τα φετινά BAFTA και θα λείπει κι από τα φετινά Οσκαρ είναι το «No other choice» («Καμία άλλη επιλογή») του Παρκ Τσαν-γουκ. Στην ταινία ένας οικογενειάρχης, με όμορφο σπίτι στα προάστια, με δύο σκυλιά και δύο αμάξια, απολύεται από τη δουλειά του. Για να διατηρήσει τα προνόμιά του, πρέπει να βρει νέα δουλειά και για να βρει νέα δουλειά, πρέπει να εξοντώσει κάθε ανταγωνιστή του. Η ταινία φέρει αντικαπιταλιστικά μηνύματα. Παρ’ όλα αυτά δεν τη θεωρώ αμιγώς αντικαπιταλιστική, αλλά βαθιά ριζωμένη στην αντίληψη ότι η εργασία… σκοτώνει.

Αναρωτιέμαι, γιατί μια σάτιρα για το σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον να μη βρίσκεται στις λίστες της Βρετανικής και της Αμερικανικής Ακαδημίας και κατά πόσο εν τέλει είχε δίκιο ο Μορισέι των Smiths όταν προσπαθούσε να μας πείσει να μην πάμε το πρωί στη δουλειά μας. Work sucks.

«Σήμερα διακηρύσσω πως η ζωή είναι μόνο για να αρπάζεις και να μη δίνεις,
η Αγγλία μού ανήκει και μου χρωστάει μια ζωή.
Τόλμα να ρωτήσεις όμως το “γιατί”, και εγώ θα φτύσω μες στο μάτι σου».

Ο Μορισέι περιγράφει στο τραγούδι «Still Ill» αυτή τη νοσηρή κατάσταση, την ίδια που περικυκλώνει τον ήρωα της ταινίας ο οποίος μοναδικό στόχο έχει να επιβιώσει μπροστά σε μια ατέρμονη ανθρωποφαγία, μια ατελείωτη ανταγωνιστικότητα. Οπως και ο Μορισέι, έτσι και ο Παρκ Τσαν-γουκ βλέπει την εργασία στον ύστερο καπιταλισμό ως το βασικό αίτιο δυστυχίας του ανθρώπου. Η εργασία, από ανθρώπινο δικαίωμα, έχει μεταλλαχθεί σε μέθοδο επιβολής και ελέγχου, σε παραγωγικότητα, σε μετρήσιμο χρόνο, σε πριόνι που πριονίζει τις αλυσίδες συναδελφικότητας και συντροφικότητας. Ο ελεύθερος χρόνος ματαιώνεται, το οκτάωρο επιμηκύνεται με κάθε τρόπο και η εύρεση εργασίας καταλήγει να είναι ένας δυστοπικός εφιάλτης.

Η Τζοάνα Μπιγκς αναφέρει στο βιβλίο της για την εργασία στη Βρετανία: «Δουλειά είναι ότι δίνουμε νόημα στη ζωή μας όταν η θρησκεία, τα κόμματα και η κοινότητα καταρρέουν».

Για τους Νικ Σνρίτσεκ και Αλεξ Γουίλιαμς, η επανάκτηση της κοινότητας και του ελεύθερου χρόνου έρχεται με την ένταξη της αυτοματοποιημένης εργασίας στους κόλπους της Αριστεράς μέσα από ένα κοινοτικό πλαίσιο όπου το βασικό εισόδημα, οι μειωμένες ώρες εργασίας και η κατάλυση της υπάρχουσας εργασιακής ηθικής θα φέρουν μια «ελευθερία σύνθεσης» ως απάντηση στην αρνητική ελευθερία που έχει ηγεμονεύσει στον νεοφιλελευθερισμό.

Η ΑΙ «βγάζει» νικητή στα Οσκαρ

Ο ήρωας της ταινίας του Παρκ Τσαν-γουκ, αφού εξολόθρευσε όλους τους ανταγωνιστές του, εξασφάλισε τη δουλειά που ήθελε. Από εδώ και στο εξής θα βρίσκεται μόνος του, μέσα σε έναν τεράστιο, μεταλλικό και σκοτεινό βιομηχανικό χώρο και θα επιβλέπει τα μηχανήματα που κόβουν πελώρια ρολά χαρτί. Εκτός από τον ίδιο, ουδείς άλλος βρίσκεται σε αυτή την παραγωγική διαδικασία.

Τι και αν αυτή η συνθήκη, μιας απανθρωποποιημένης εργασίας, εκνεύρισε ενδεχομένως την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου τόσο ώστε να εξαιρέσει το «No other choice» από τις επιλογές της;

Η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης στο Χόλιγουντ πυροδότησε διαδοχικά κύματα απεργιών και συμβιβασμούς από την εργοδοσία για τον περιορισμό της. Παρ’ όλα αυτά, εταιρείες όπως η Disney δεν σταμάτησαν να επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Η Disney επένδυσε 1 δισ. δολάρια στην OpenAI για να «δημιουργήσει νέες εμπειρίες για τους συνδρομητές της» και να επεκτείνει την απήχηση του τρόπου αφήγησης μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ από το 2023 η εταιρεία έχει απολύσει πάνω από 4.000 εργαζομένους παγκοσμίως (περίπου το 3% του εργατικού δυναμικού). Το ενδιαφέρον μέσα σε όλα αυτά είναι ότι η Disney είναι ο βασικός χορηγός των Οσκαρ (και των BAFTA), δαπανώντας περίπου 72 εκατ. δολ. στα τηλεοπτικά δικαιώματα. Ισως δεν είναι τόσο τυχαίο που η Ακαδημία έχει εφαρμόσει μετριοπαθή στάση απέναντι στις ταινίες που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη, δηλώνοντας ότι μπορούν να διαγωνιστούν κανονικά και να λάβουν και βραβείο.

Ρομπότ, μηχανές και δυστυχία

Οπως οι εκδιωγμένοι πρώην κολίγοι στις βιομηχανικές πόλεις του Μάντσεστερ του 19ου αιώνα, έτσι και οι εργαζόμενοι που χάνουν τις δουλειές και τα προνόμιά τους στον 21ο μπορούν να διαμορφώσουν ένα νέο εργατικό κίνημα που θα αντιταχθεί στις δυστοπικές επιδιώξεις των CEOs. Ισως οι επιτροπές των βραβείων, που έχουν βάλει το λιθαράκι τους στην ανάπτυξη της ΑΙ στο σινεμά, να μην ήθελαν να επιβραβεύσουν μια ταινία που δείχνει ένα μέλλον το οποίο οι ίδιοι νομιμοποιούν καθημερινά στις πλάτες χιλιάδων εργαζομένων, εντός και εκτός Χόλιγουντ. Ούτως ή άλλως, ο ήρωας της ταινίας του Παρκ Τσαν-γουκ επιβραβεύτηκε με την πιο βαρετή δουλειά του κόσμου κι αν αύριο αποφάσιζε να μην πάει, κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι έλειπε.

Τον φαντάζομαι σε αυτόν τον τεράστιο σκοτεινό χώρο να επιβλέπει τις μηχανές κοπής χαρτιού και να ακούει μουσική κρυφά από το αφεντικό του. Οι πρώτες νότες του «Heaven Knows I’m Miserable Now» ηχούν και ο Μόρισεϊ περιγράφει μια αιώνια κατάσταση:

«Εψαχνα για μια δουλειά και τη βρήκα, και τώρα ο παράδεισος ξέρει πως νιώθω χάλια».