ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Ανδρίτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας», η οποία γέμισε τις σκοτεινές αίθουσες και έκανε από τις 25 Δεκεμβρίου του 2025 μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2026 564.000 εισιτήρια, παρά τα αρνητικά και απαξιωτικά σχόλια των περισσότερων κριτικών κινηματογράφου, που κατηγόρησαν τον σκηνοθέτη πως παραποιεί την Ιστορία και κάνει μια αγιογραφία του Καποδίστρια, έχει ανοίξει έναν έντονο δημόσιο διάλογο, που σε πολλές περιπτώσεις παίρνει τον χαρακτήρα «πολεμικής» αντιπαράθεσης, για τη «δύσκολη» σχέση των κριτικών κινηματογράφου με το μεγάλο κοινό αλλά και για την επίδραση των ταινιών μυθοπλασίας στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης.

Η διάσταση ανάμεσα στους κριτικούς κινηματογράφου και το μεγάλο κοινό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι κριτικές στα «έγκυρα» έντυπα αντανακλούν τις απόψεις των κριτικών και του μάλλον περιορισμένου αναγνωστικού κοινού τους, που προέρχεται συνήθως από τα αστικά στρώματα και έχει σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, και αφήνουν μάλλον αδιάφορο το μεγάλο κοινό. Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε την επίδραση που έχει στην κίνηση μιας ταινίας η υποδοχή της από την κριτική στις «έγκυρες» εφημερίδες και τα κινηματογραφικά περιοδικά και η βράβευσή της σε κινηματογραφικά φεστιβάλ.

Μια σχέση κάθε άλλο παρά ερωτική

Αν ρίξουμε μια πρόχειρη ματιά στις κριτικές και στα βραβεία των ταινιών και κοιτάξουμε μετά τα εισιτήρια που έκαναν, θα διαπιστώσουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η κριτική και η βράβευση των ταινιών σε φεστιβάλ έχουν μάλλον περιορισμένη επίδραση στο ευρύ κοινό. Στην Ελλάδα, με εξαίρεση κυρίως τις κριτικές στα παλιότερα κινηματογραφικά περιοδικά «Τα Θεάματα» και «Κινηματογραφικός Αστήρ», που απευθύνονταν κυρίως στους αιθουσάρχες και υποδείκνυαν τις ταινίες που θα δουλέψουν γιατί ανταποκρίνονται στα κριτήρια του κοινού των αιθουσών τους, οι προτιμήσεις των κριτικών συνήθως διαφέρουν από αυτές του μεγάλου κοινού.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν διαπιστώνουμε ότι ταινίες που επαινέθηκαν ή εξυμνήθηκαν από τους περισσότερους κριτικούς, όπως «Φωτογραφία» του Νίκου Παπατάκη, «Το ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου και «Ηνίοχος» του Αλέξη Δαμιανού, δεν έφεραν το κοινό στις σκοτεινές αίθουσες. Οι ύμνοι των περισσότερων κριτικών για τον «Ηνίοχο» μάλλον δεν έπεισαν το κοινό να δει την ταινία, η οποία έκοψε 35.000 εισιτήρια σε όλη την Ελλάδα τη σεζόν 1994-1995.

Παρόμοια τύχη είχαν ταινίες όπως «Μέχρι το πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού, «Τοπίο στην ομίχλη» του Θόδωρου Αγγελόπουλου και «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου, που απέσπασαν βραβεία σε κινηματογραφικά φεστιβάλ. Το Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας και το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σικάγου το 1988 δεν φαίνεται να βοήθησαν ιδιαίτερα «Το τοπίο στην ομίχλη» που έκανε τη σεζόν 1988-1989 40.000 εισιτήρια σε όλη την Ελλάδα.

Μάλιστα, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, η βράβευση μιας ταινίας, ιδιαίτερα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά αποτελούσε εμπόδιο στην εισπρακτική της κίνηση, καθώς της κολλούσε τη «ρετσινιά» ότι είναι «κουλτουριάρικη» και ακατανόητη. Χαρακτηριστικά η «Απογευματινή» τόνιζε την έκπληξή της που δύο ταινίες που βραβεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη έκαναν εμπορική επιτυχία. «[…] Δύο ταινίες, η “Παραγγελιά” και το “Γαρύφαλλο”, ήρθαν με βραβεία Θεσσαλονίκης (πράγμα που συνήθως διώχνει το κοινό λόγω της πικρής πείρας ακαταλαβίστικων πρωτόλειων) και όμως έσκισαν […]».(1) Αρκετά χρόνια αργότερα «Τα παιδιά της Χελιδόνας», που θριάμβευσαν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έκαναν μόλις 12.500 εισιτήρια σε όλη την Ελλάδα τη σεζόν 1987-1988.

Μια σχέση κάθε άλλο παρά ερωτική

Αντίθετα, τα ειρωνικά και απαξιωτικά σχόλια των περισσότερων κριτικών για τα μελοδράματα της Κλακ Φιλμ του Απόστολου Τεγόπουλου με το «παιδί του λαού» δεν φαίνεται να επηρέασαν ιδιαίτερα το λαϊκό κοινό, που γέμιζε τους κινηματογράφους της δεύτερης προβολής και της επαρχίας και έκανε τον Νίκο Ξανθόπουλο λαϊκό ίνδαλμα, ενώ παρά την επιφυλακτική ή ακόμα και αρνητική στάση πολλών κριτικών η «Υπολοχαγός Νατάσα» του Νίκου Φώσκολου «έσπασε τα ταμεία» και αναδείχτηκε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου όλων των εποχών, κόβοντας 751.117 εισιτήρια στους κινηματογράφους πρώτης προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων.

Η Ειρήνη Καλκάνη σχολίασε ειρωνικά για την «Υπολοχαγό Νατάσα» στην «Απογευματινή»: «[…] Η βασική αντιστασιακή και ανθρωπιστική ιστορία καταποντίζεται σε αυτόν το Μισισιπή της μεγαλοστομίας. […] Θα ευχόμουν να μην ενθαρρύνονται αυτές οι διογκωμένες, υπερβολικές ιστορίες με την τόσο ενοχλητική έλλειψη αληθοφάνειας».(2)

Βέβαια υπάρχουν και περιπτώσεις που μια ταινία συνδυάζει την αποδοχή της κριτικής και τη διάκριση στα φεστιβάλ με την πετυχημένη πορεία στις αίθουσες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ταινίες «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη και «Ο Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στα «Θεάματα» διαβάζουμε για την πρώτη: «[…] Η πολυβραβευμένη ταινία του Κατσουρίδη […] συνδυάζει κατά τον πιο επιτυχημένο τρόπο την ποιότητα με τη μεγάλη εμπορικότητα. […] Η επιτυχία υπήρξε μεγάλη και το κοινό χαίρεται με την καρδιά του την ξεχωριστή αυτή δημιουργία».

«Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;»
«Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;»

Στο ίδιο πνεύμα «Τα Θεάματα» έγραψαν για τον «Θίασο»: «[…] Αριστουργηματική υπερπαραγωγή που συνδυάζει τόσο την ποιότητα σ’ όλους τους τομείς, όσο και την άνετη παρακολούθησή της από κάθε θεατή. Σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, βραβεύτηκε και πολυσυζητήθηκε σε διάφορα φεστιβάλ του εξωτερικού. Θα έχει αναμφισβήτητα ρεκόρ εισιτηρίων».(3)

Αποτελεί κοινό τόπο πως οι ταινίες μυθοπλασίας αποτελούν ένα από τα κύρια μέσα με τα οποία το ευρύ κοινό έρχεται σε επαφή με την Ιστορία. Η συλλογική μνήμη διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις ταινίες μυθοπλασίας που ερμηνεύουν την Ιστορία για το ευρύ κοινό και με αυτόν τον τρόπο παράγουν, οργανώνουν και σε μεγάλο βαθμό ομογενοποιούν τη συλλογική μνήμη. Ενδεικτικά οι ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας για την Κατοχή και την Αντίσταση, ιδίως εκείνες που έκαναν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και/ή άνοιξαν τον δημόσιο διάλογο, ανεξάρτητα από την ιστορική τους ακρίβεια, έχουν ασκήσει μεγαλύτερη επίδραση στην εικόνα που έχουν διαμορφώσει οι περισσότεροι Ελληνες για αυτή την κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας από οποιαδήποτε ιστορική μελέτη.(4)

Ωστόσο, όταν προσπαθούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα της πρόσληψης των μηνυμάτων των ταινιών από τους θεατές, αντιμετωπίζουμε μεγάλες δυσκολίες, καθώς το κοινό των κινηματογραφικών αιθουσών είναι μια προσωρινή συνάθροιση ανθρώπων των οποίων είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά και αφήνει ελάχιστα ίχνη της παρουσίας του.(5) Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την πρόσληψη των ταινιών από τους θεατές, καθώς δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για τις αντιδράσεις τους όταν παρακολούθησαν τις ταινίες και αγνοούμε αν τους άρεσαν ή αν τους απογοήτευσαν.

Είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κάποιος ότι οι ταινίες που έκαναν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια, όπως ο «Καποδίστριας», έχουν ασκήσει μεγαλύτερη επίδραση από εκείνες που πήγαν μέτρια ή άσχημα στις αίθουσες. Το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες θεατές πλήρωσαν εισιτήριο για να τις παρακολουθήσουν μας αναγκάζει να τις πάρουμε σοβαρά υπόψη όταν μελετάμε τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. Ομως η παρακολούθηση μιας ταινίας δεν συνεπάγεται την αυτόματη αποδοχή των μηνυμάτων της, αλλά σε πολλές περιπτώσεις προκαλεί την αντίδραση των θεατών.

Ο Λινάρδος σχολίασε ειρωνικά στα «Νέα» για τους «Γενναίους του Βορρά» του Κώστα Καραγιάννη: «[…] Στον χώρο του σεναρίου καταγράφονται εμφανέστατες αδυναμίες και απροκάλυπτος μελοδραματισμός. […] Η επιδιωκόμενη δραματική ένταση εκτονώνεται από αφέλειες ή επίδειξη κακής ποιότητας χιούμορ (με συνέπεια να γελούν οι θεαταί) [.…]».(6) Αρκετά χρόνια αργότερα ο Κώστας Σταματίου σχολίασε καυστικά στα «Νέα» για την ταινία «17 σφαίρες για έναν άγγελο» του Τάκη Βουγιουκλάκη πως «[…] προς τιμήν του κοινού, παράλληλα με το κλάμα, έπεφτε και γέλιο (και ειρωνικά σχόλια πού και πού) στα “πολύ χονδρά”».(7)

Η άποψη που εκπορεύεται από τις αντιλήψεις της σχολής της Φρανκφούρτης για τη μαζική κουλτούρα, σύμφωνα με την οποία οι θεατές των ταινιών καταναλώνουν παθητικά τα «σκουπίδια» που τους «σερβίρουν» οι παραγωγοί της μαζικής κουλτούρας, θεωρούμε πως μας οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, καθώς δεν παίρνει υπόψη την ανομοιογένεια του κοινού, ενώ υποτιμά τη δυνατότητα των θεατών να αντιμετωπίζουν κριτικά τις ταινίες και να κάνουν αναγνώσεις που διαφοροποιούνται ή έρχονται ακόμα και σε αντίθεση με τις προθέσεις των δημιουργών τους.

Βέβαια είναι δύσκολο να διακρίνουμε σε ποιον βαθμό οι θεατές κατορθώνουν να ξεπεράσουν τη γοητεία των ταινιών και να διαμορφώσουν μια προσωπική αντίληψη για τα πράγματα. Ομως σε αρκετές περιπτώσεις οι θεατές συμμετέχουν ενεργά στην παρακολούθηση και παράγουν διαφορετικά νοήματα από αυτά που προσπαθούν να περάσουν οι ταινίες.

Παράγοντες όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και οι πολιτικές προτιμήσεις των θεατών επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο πρόσληψης μιας ταινίας.(8)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. «Η κριτική των ταινιών», «Η Απογευματινή», 9/12/1980.
2. Ειρήνη Καλκάνη, «Η κριτική των ταινιών της εβδομάδος», «Η Απογευματινή», 22/12/1970.
3. «Οι νέες ταινίες», «Τα Θεάματα», τ. 381, 30/9/1975.
4. Γιώργος Ανδρίτσος, «Κινηματογράφος και Ιστορία. Η Κατοχή και η Αντίσταση στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1981», Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2020, 293-294.
5. Kathy Fuller Seeley, «Spectatorship in Popular Film and Television», Journal of Popular Film and Television, Fall 2001, www.findarticles.com
6. Π. Λινάρδος, «Τα φιλμ της εβδομάδος», «Τα Νέα», 6/1/1970.
7. Κώστας Σταματίου, «Οι ταινίες της εβδομάδας», «Τα Νέα», 13/1/1981.
8. Barbara Creed, «Film and Psychoanalysis», στο John Hill & amp; Pamela Gibson (επιμ.), The Oxford Guide to Film Studies, Oxford University Press 1998, 86 & amp; Jostein Gripsurd «Film Audiences», στο Hill John and Pamela Church Gibson (επιμ.), The Oxford Guide to Film Studies, Oxford University Press 1998, 205.

ℹ️ Ο ιστορικός-ανεξάρτητος ερευνητής Γιώργος Ανδρίτσος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιστορικό –Αρχαιολογικό της Φιλοσοφικής Αθηνών, όπου έκανε και μεταπτυχιακό στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Εκπόνησε το διδακτορικό του στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη δεκαετία του ’40, στη μεταπολεμική ελληνική ιστορία, στη σχέση της Ιστορίας με τον κινηματογράφο και στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Εχει πάρει μέρος σε επιστημονικά συνέδρια και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Το 2004 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αιγόκερως η μελέτη του «Η Κατοχή και η Αντίσταση στον Ελληνικό Κινηματογράφο 1945-1966», ενώ το 2020 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΚΨΜ η μελέτη του «Κινηματογράφος και Ιστορία. Η Κατοχή και η Αντίσταση στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1981». Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Δημόσια Εκπαίδευση.