Στο πλούσιο φετινό ρεπερτόριο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, τον ρόλο της «ναυαρχίδας» ανέλαβε προφανώς το ανέβασμα του νέου βρετανικού έργου της Μπεθ Στιλ με τον όμορφο τίτλο «Μέχρι να σβήσουν τα άστρα». Στον χώρο της Κυψέλης, ένας δεκαμελής θίασος αναλαμβάνει με τη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου να μας θυμίσει τον λόγο για τον οποίο το θέατρο, τουλάχιστον μετά τον Τσέχοφ, δεν βρήκε όμοιό του σε όλη τη σύγχρονη τέχνη στην ικανότητα να μεταφέρει τον Ανθρωπο όπως ακριβώς είναι: με τη φθαρμένη στολή της καθημερινότητας πάνω του και τους μακρινούς Γαλαξίες μέσα του.
Η Στιλ έχει το πολύτιμο εκείνο χάρισμα ενός συγγραφέα που δεν γράφει έργα για να τα παρακολουθήσεις, αλλά για να τα αισθανθείς να εγκαθίστανται πρώτα στο σώμα σου και μετά να το γλυκαίνουν με τη μελαγχολία τους. Το «Μέχρι να σβήσουν τα άστρα» είναι ένα πυκνό οικογενειακό δράμα, οργανωμένο γύρω από μία και μόνη συνάντηση συγγενών, που εξελίσσεται σε αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κατάρρευση. Εργο της μεγάλης Σχολής του Τσέχοφ ως προς τους ρυθμούς, τα πρόσωπα, ακόμη και τον προβληματισμό του.
Συναισθήματα
Η δράση στήνεται γύρω από μια καλοκαιρινή οικογενειακή συγκέντρωση της αγγλικής εργατικής τάξης, τον γάμο της νεότερης από τις τρεις αδελφές, της Σύλβιας, με τον Μάρεκ, έναν Πολωνό μετανάστη. Η γιορτή, με τον χορό, το τραγούδι και το αλκοόλ να λειτουργούν ως μηχανισμοί χαλάρωσης και άμυνας, εξελίσσεται σταδιακά σε πεδίο αποκάλυψης. Κάτω από τη φαινομενική ευθυμία αναδύονται κρυμμένα συναισθήματα, οικογενειακά μυστικά και παλιές πληγές, ενώ στο βάθος επανέρχεται η βαριά κληρονομιά της θατσερικής περιόδου. Η απεργία των μεταλλωρύχων, το κλείσιμο των ορυχείων, η κοινωνική αποσάθρωση που ακολούθησε σημάδεψαν ανεξίτηλα τα παιδικά χρόνια των τριών αδελφών ή και τον χαρακτήρα τους. Η ιδιωτική σύγκρουση εγγράφεται έτσι μέσα σε συλλογική μνήμη απώλειας, μετατρέποντας τον γάμο από τελετή μετάβασης σε αναμέτρηση με ένα παρελθόν που επιμένει να επιστρέφει.
Κι όμως ουσιαστικά τίποτε «μεγάλο» δεν συμβαίνει εδώ – μέχρι τη στιγμή βέβαια που όλα έχουν ήδη συμβεί. Η δράση προχωρά μέσα από διακοπές και μισοειπωμένες φράσεις, βιαστικές αποχωρήσεις, σιωπηρές εκρήξεις: κάποιος φεύγει από το δωμάτιο πριν ολοκληρωθεί ο καβγάς∙ μια ιδιωτική εξομολόγηση ακούγεται πιο δυνατά απ’ όσο θα έπρεπε∙ μια παλιά πικρία γίνεται ξαφνικά και πάλι ανοικτή υπόθεση…
Τι είναι το πλέον πολύτιμο στοιχείο τέτοιων έργων; Η ανθρωπιά τους. Και το ισχυρότερο εργαλείο τους; Η γλώσσα τους. Η γλώσσα της Στιλ παραμένει το ακριβότερο -και δυστυχώς χαμένο για εμάς κατά ένα μέρος- όργανο. Μα κι αν έχει χαθεί ο ιδιωματικός τόνος του πρωτότυπου, ο χρωματισμός της κοινωνικής και γεωγραφικής προέλευσης των προσώπων του, μας αρκεί που στη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου και της Κοραλίας Σωτηριάδου συναντάμε τον επικαλυπτόμενο λόγο, το σκληρό χιούμορ, την απότομη μετατόπιση από την τρυφερότητα στην επίθεση, με την εντυπωσιακή μάλιστα ακρίβεια του φωνήματος, της μιας ανάσας, του ενός κρατήματος.
Μίλησα για τη διαπερατότητα της παράστασης και θα ήθελα να σταθώ κι άλλο σε αυτό: Στον τρόπο με τον οποίο τα αστεία μεταξύ των μελών της συντροφιάς δεν λειτουργούν απλά ή μόνο σαν μέσο εκτόνωσης, αλλά σαν δείκτες ταξικής προέλευσης. Στην ποιητική αύρα στην κουβέντα της καθημερινότητας, στις επιπόλαιες και λαϊκές φωνές, στα λεκτικά «σπρωξίματα» μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονται (ή και παραγνωρίζονται) μεταξύ τους. Οπως ξεκολλά από την τύρβη η γλώσσα, γίνεται κάτι περισσότερο: ακουμπά τον ήχο ενός πεπρωμένου που διαπερνά σαν αχός την ευθραυστότητα, την προσωρινότητα και ασημαντότητα όλων αυτών (και ημών συμπεριλαμβανομένων).

Νοσταλγία
Γι’ αυτό υπάρχουν στιγμές που το κατά τα άλλα ρεαλιστικότατο έργο της Στιλ γίνεται συλλέκτης μιας απόκοσμης μελωδίας που μας περιλαμβάνει όλους, είτε στην επιθυμία να σταματήσουμε τον χρόνο για να γευτούμε τη ριπή μιας ευτυχισμένης στιγμής -ας πούμε ενώνοντας τα δυο δάχτυλα-, είτε για να σκεφτούμε την αιωνιότητα που έχει εγκλωβιστεί σε κάποια πέτρα ορυχείου, είτε για να νοσταλγήσουμε σε ένα φαναράκι που πετά ψηλά φωτίζοντας το γλέντι τη δική μας αναβληθείσα απογείωση.
Υπάρχουν βέβαια στιγμές όπου η δραματουργική επιμονή της Στιλ στην κλιμάκωση αγγίζει τα όριά της. Είναι αλήθεια πως ορισμένες συγκρούσεις κινούνται σε γνώριμο έδαφος, ενώ κάποια «τόξα χαρακτήρων» διαγράφονται τόσο καθαρά ώστε η εξέλιξή τους να γίνεται προβλέψιμη. Κοντά σε αυτά, ακόμη ένα πρόβλημα: Το έργο οδηγείται απότομα από τη μεγάλη κορύφωση στο τέλος, χωρίς «λύση». Αυτή η ξαφνική αυλαία το αδικεί, κι ίσως χρειαζόταν αμεσότερη σκηνοθετική παρέμβαση εδώ για να ολοκληρωθεί μέσα μας.
Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου επιλέγει να κινηθεί με σεμνότητα και ακρίβεια στο υλικό του, δίνοντας έμφαση στη συλλογική εμπειρία αντί για τις μεμονωμένες «κορυφώσεις». Κινεί ένα σύνολο χωρίς πρωταγωνιστές, στο οποίο το ζητούμενο είναι η «χορική έκφραση» της (γυναικείας) συντροφιάς, του γλεντιού στο τραπέζι, του ξέφρενου χορού που ακολουθεί. Η διδασκαλία του Θεοδωρόπουλου αφήνει τον χρόνο να δουλέψει υπόγεια. Οι εντάσεις συσσωρεύονται από μικρές μετατοπίσεις, μικρές αλλαγές στη στάση των σωμάτων, αποκαλύψεις που κάνουν μια γιορτινή χειρονομία να χάνει σταδιακά την αθωότητά της. Η σκηνή τελικά μοιάζει να λειτουργεί σαν κοινός χώρος μνήμης, στον οποίο το παρόν δεν μπορεί να αποκοπεί από το παρελθόν.
Τα σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη υπηρετούν την ίδια λογική με καθαρότητα. Ο χώρος είναι αρκετά συγκεκριμένος ώστε να φιλοξενήσει την καθημερινότητα και αρκετά αφαιρετικός ώστε να χωρέσει τις ρωγμές της. Τα κοστούμια, χωρίς να κραυγάζουν τις κοινωνικές ταυτότητες, αφήνουν να διαφανούν η ταξική καταγωγή και η φθορά του χρόνου.
Η μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου λειτουργεί προφανώς σαν εσωτερικός παλμός της «γιορτής». Συνοδεύει τις σκηνές χωρίς να τις κατευθύνει, θυμίζοντας διαρκώς πως η «χαρά» εδώ μοιάζει με την έκρηξη ηφαιστείου. Δεν συμφωνώ ωστόσο με την επιλογή τής μάλλον έντονης, ηλεκτρονικής μουσικής επένδυσης για το μελαγχολικό τέλος της παράστασης: θα ήταν πιστεύω πολύ καλύτερο να αφήσουμε η σκηνή να σβήνει μέσα στη σουρντίνα.
Η επιμέλεια κίνησης της Ξένιας Θεμελή ενσωματώνεται οργανικά στη δράση. Ο χορός δεν αποτελεί διακοπή της αφήγησης μα συνέχειά της με άλλα μέσα. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη συμβάλλουν καθοριστικά στη μετάβαση από το φως της γιορτής στη σκιά της σύγκρουσης, χωρίς εμφανείς δραματουργικές χειρονομίες.
Οπως όμως πάντα συμβαίνει σε αυτά τα έργα, η παράσταση στηρίζεται σε ένα σύνολο καλών ερμηνευτών. Η Ελίνα Ρίζου, ως Σύλβια, αποδίδει με λεπτότητα την αμφιθυμία της γυναίκας που βρίσκεται στο κατώφλι μιας νέας ζωής, χωρίς να έχει αποδεσμευτεί από την παλιά. Ο Δαυίδ Μαλτέζε στον ρόλο του Μάρεκ αποφεύγει τον εύκολο τύπο του «ξένου» και προσδίδει στον χαρακτήρα του μια ήρεμη, σχεδόν σιωπηλή απαντοχή, που λειτουργεί σαν αντίβαρο στη συναισθηματική φόρτιση της οικογένειας. Η Σύρμω Κεκέ (Χέιζελ) και ο Χρίστος Στυλιανού (Τζον) συγκροτούν ένα ζευγάρι στο οποίο η κόπωση της καθημερινότητας είναι εμφανής, χωρίς να γίνεται κραυγαλέα. Οι κόρες τους, από την Υακίνθη Κωνσταντοπούλου και τη Μαντώ Μιχαλιού, εντάσσονται με φυσικότητα στη σκηνική δράση, λειτουργώντας ως φορείς μιας νέας γενιάς, μάλλον αμήχανης, που παραλαμβάνει βάρη χωρίς να τα έχει επιλέξει.
Χαρακτήρες
Η Αννα Καλαϊτζίδου, ως Μάγκι, και ο Κώστας Φλωκατούλας, ως Τόνι, δίνουν μορφή σε χαρακτήρες που φέρουν εμφανώς τα σημάδια της ιστορικής ήττας της εργατικής τάξης, χωρίς να τους εγκλωβίζουν σε σχηματικές συμπεριφορές. Ο Χάρης Γρηγορόπουλος (Πιτ) και η θαυμάσια Μαρία Κατσιαδάκη (θεία Κάρολ) συμπληρώνουν το σύνολο με ερμηνείες που ισορροπούν ανάμεσα στο χιούμορ και τη σκληρότητα, φωτίζοντας τις διαφορετικές στρατηγικές επιβίωσης μέσα στην ίδια οικογενειακή αφήγηση.
Το «Μέχρι να σβήσουν τα άστρα» επιμένει στη συνύπαρξη της γιορτής με τη μνήμη, της χαράς με την απώλεια. Μια σκηνική εμπειρία που δεν «κλείνει» εύκολα, όπως ακριβώς και οι πληγές που επιλέγει να κοιτάξει κατάματα. Θέατρο που αποτυπώνει τη νηφάλια αποτύπωση της φθοράς, την καταγραφή της αντοχής και την εύθραυστη επιμονή των ανθρώπινων σχέσεων. Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.
