Η ιστορία δύο γυναικών. Της Εκάβης και της Νίνας. Διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Διαφορετικές πόλεις. Διαφορετικοί χαρακτήρες. Το κοινό τους στοιχείο είναι η Ελλάδα. Λίγο πριν και μετά τον πόλεμο. Μια Ελλάδα κατακτημένη, διαμελισμένη, μοιρασμένη, κομματιασμένη. Αυτός ήταν ο κόσμος της Εκάβης και της Νίνας.
Μέσα από έναν μαίανδρο μνήμης αποκαλύπτεται η ζωή μιας μικρής κοινωνίας, οικογενειακής και προσωπικής, που ξεχειλίζει από τραγικά και κωμικά γεγονότα.
Ο θεατής περιπλανιέται στον κόσμο των μικροαστών, του υπόκοσμου, της πιάτσας, των ομοφυλόφιλων. Ξεγυμνώνεται η Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Ο ρόλος που έπαιζε σε αυτές τις κοινωνίες. Ο θαυματοποιός σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός δεν θέλει να εντυπωσιάσει, αλλά να αδράξει στιγμές για να δώσει μια διαχρονικότητα διασχίζοντας τον χώρο και τον χρόνο. Το πέτυχε άριστα.
Σκηνικό απλό, αλλά μεγάλο σε έκταση. Μια ντουλάπα, δυο τραπέζια, ένα ραδιόφωνο, καρέκλες, ένα κηροπήγιο. Κυριαρχούν δύο πάνινες τσάντες στα χρώματα της σημαίας που κουβαλάει η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου). Μια συγκλονιστική ερμηνεία που με συναρπαστικό τρόπο αφηγείται τη ζωή της, άλλοτε πικραμένη, άλλοτε φλογερή.
Ο Στάθης Λιβαθινός έχει και το ταλέντο να επιλέγει προικισμένους ηθοποιούς που μας εμψυχώνουν. Η διασκευή του Στρατή Πασχάλη, εύπλαστη σαν γλωσσικός πηλός. Την έπλασε την παράσταση και τη στερέωσε.
Τα τραγούδια, με τον έξοχο Νίκο Καρδώνη ως κομπέρ, μας συγκινούν. Ολοι οι ήρωες είναι μάρτυρες αυτής της Ελλάδας. Η Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου) ξεχωρίζει όπως και η Ερασμία (Λίλλυ Μελεμέ), μια ευσεβής χριστιανή που λιβανίζει. Η μυρωδιά από το θυμίαμα εξουδετερώνει τη μουχλιασμένη οσμή μιας αιχμάλωτης κοινωνίας πιασμένης μέσα στα δίχτυα της διαφθοράς, του ξεπεσμού, της λεηλασίας.
Ο Κώστας Ταχτσής δεν τα φαντάστηκε όλα αυτά. Είναι βιώματά του. Τα έζησε. Και παρέδωσε στη λογοτεχνία ένα αριστούργημα.
«Δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος να γείρω στον ώμο του και να κλάψω. Τα μάτια μου τρέχουν σαν βρύσες από το παράπονο», λέει η Εκάβη, δηλώνοντας με αυτή τη φράση πόσο γυμνά είναι τα γρανάζια μιας άσπλαχνης κοινωνίας, με βιαιότητες και ωμότητες. Πρόσφυγες, αναζητούσαν μια στέγη. Σπίτια υποθηκευμένα με δάνεια που χρωστούσαν. Μέχρι και τα παιδιά ζωγράφιζαν αυτό το όνειρο του σπιτιού γιατί δεν έβλεπαν ποτέ στον δικό τους ουρανό την ανατολή ενός ήλιου. Οι πληγές τους δεν προλάβαιναν να θρέψουν. Το ένα χτύπημα ερχόταν πίσω από το άλλο. Ανθρωποι ακρωτηριασμένοι ψυχικά και σωματικά από τον πόνο, τη μιζέρια, τη μοίρα τους.
«Ο κόσμος σε κρίνει από αυτό που βλέπει στην Ελλάδα. Γιατί να λυπηθούν έναν απόκληρο οι άνθρωποι με τα καθαρά πουκάμισα;» λέει ο γιος της Εκάβης.
Ράγισε τις καρδιές μας η μουσική του Μιχάλη Κωτσόγιαννη που τον ενέπνευσε το «Μάνα μου Ελλάς» του Σταύρου Ξαρχάκου.
Ολη αυτή η χιονοστιβάδα από τα τραγικά γεγονότα, με τους ηθοποιούς που υποδύονται όλοι εκπληκτικά τους ρόλους τους, αποτυπώνεται στην τελευταία σκηνή όπου πάνω σε σιδερένιες σκαλωσιές κρεμάνε τις φωτογραφίες τους. Είναι αδιάψευστες. Διατηρούν τα ίχνη της εποχής. Είναι οι φλόγες της μνήμης. Κοιτάζεις την Ελλάδα μέσα από τον φωτογραφικό φακό γιατί όλοι οι ήρωες είναι η Ελλάδα μας.
Η αξία του έργου είναι πολύτιμη, όχι μόνο από τις ερμηνείες αλλά και από τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις του Στάθη Λιβαθινού καθώς και όλων των συντελεστών.
Φεύγοντας βλέπω να ξεπροβάλλουν μπροστά μου κοντά στη Φρυνίχου οι βράχοι της Ακρόπολης. Μου φάνηκε ότι ο Ταχτσής μάς χάρισε το «Τρίτο Στεφάνι» αλλά μαζί και ένα αέτωμα από τον Παρθενώνα για να πετάμε και να τον θυμόμαστε μέσα από τέτοιες παραστάσεις.
● Να σημειώσουμε ότι η ιδιαίτερη επιτυχία της παράστασης υπαγόρευσε την ανάγκη για τη μεταφορά της σε μεγαλύτερο χώρο: έτσι από τις 31 Ιανουαρίου το «Τρίτο Στεφάνι» θα μεταφερθεί στο Σύγχρονο Θέατρο.
