ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βασιλεύει, στην καρδιά του χειμώνα ο Ιανουάριος και ως εκ τούτου ελαχίστως συγκινεί τους ποιητές. Τουλάχιστον, όχι όσο ο ανθεμόεις Απριλομάης κι οι ξελογιάστρες Σειρήνες του καλοκαιριού ή του φθινοπώρου. Αλίευσα, ωστόσο, θερμούς στίχους από παλιά αναγνωστικά, απ’ τη ζωογόνο ζώνη μειζόνων κι απ’ τα έμπλεα ποιήσεως πεζά του μπαρμπα-Αλέξανδρου. Ιδού δεινόν δείγμα:

ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ Tου Γενάρη ηλιοβασίλεμα/ γαλανό, καθάριο λάμπει/ στολισμένο με τα χρώματα μιας μαγιάτικης αυγής./ Πρώιμη άνοιξη γιορτάζουνε/ ο άλλος κόσμος, άλλοι κάμποι:/ T’ ουρανού τα ρόδα ανθίσανε/ πριν ανθίσουνε της γης.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

ΡΗΓΙΣΣΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί/ τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου/ κ’ εσείς που κάπου ζήσατε και λιώνετε νεκροί/ κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου/ πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα/ κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα κ’ η ελπίδα εσύ και ο τρόμος/ κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,/ ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος// καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι/ φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.// Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι/ διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί./ Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω/ το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει./ -Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω/ τη λυρική μου σκέψη!
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ο ΓΕΝΑΡΗΣ ΤΟΥ 1904 Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,/ που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου/ εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω/ κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.// Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,/ σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο./ Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική –/ πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·/ σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ […] Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου. […] Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ηρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, διά να κάμει άσπρα γένεια. Ελαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, διά να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον. […] Συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, διά ν’ ασημώσουν το βρέφος. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης. Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη. […] Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ