Δεν μας έφτανε η παράνομη και πρωτοφανής εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του νόμιμου προέδρου της που κατέδειξε πως το 2026 ξημερώσαμε σε έναν «νέο κόσμο», έμπλεο φασιστικών πολιτικών και φασιστών, δίχως κανένα προκάλυμμα πλέον, ήρθε και αυτή η είδηση χθες, να μας αφήσει ακόμα πιο μόνους: Ο Μπέλα Ταρ (Bela Tarr), ο σπουδαίος των σπουδαίων σκηνοθετών, πέθανε στα 70 χρόνια του –τη μέρα της «φώτισης».
Η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, της οποίας ο Ταρ ήταν μέλος από το 1997, ανακοίνωσε την είδηση χθες, αναφέροντας ότι πέθανε το ίδιο πρωί «έπειτα από μακρά και σοβαρή ασθένεια». Σημείωσε δε ότι «πενθεί έναν σπουδαίο σκηνοθέτη και μια προσωπικότητα με ισχυρή πολιτική φωνή, που όχι μόνο έχαιρε βαθύτατου σεβασμού από τους συναδέλφους του, αλλά και αγαπήθηκε από το κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο».
Ο Ούγγρος σκηνοθέτης ήταν (και θα είναι για πάντα) μία από τις κορυφαίες μορφές του στοχαστικού, σκοτεινού και μελαγχολικού κινηματογράφου. Το σινεμά του Ταρ χαρακτηρίζεται από ποιητικές, πολύ συχνά πολιτικά φορτισμένες ταινίες, με αυστηρό βλέμμα πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση και μια φλέβα κατάμαυρου χιούμορ –ήταν η δική του ματιά για τον κόσμο, η τόσο προσωπική και τόσο βαθιά υπαρξιακή. Οσο και να μη θέλουμε ίσως να το δεχτούμε, ο Ταρ μετέφερε την αλήθεια για τον άνθρωπο στη μεγάλη οθόνη: «Ιδού ο κόσμος μας. Τον κοιτάζω και ανταποκρίνομαι σε αυτό που βλέπω. Τον αναπαράγω στο σινεμά, με τον τρόπο που εγώ τον βλέπω. Καταλαβαίνω πως αυτό μπορεί να συνιστά “πρόβλημα” για κάποιους. Ισως να κάνω και λάθος στο πώς βλέπω τα πράγματα –όλα είναι πιθανά. Ωστόσο, πρέπει να συνεχίσω να είμαι ο εαυτός μου –αυτό είναι το μόνο βέβαιο», είχε δηλώσει πριν από λίγους μήνες.
Αυτά τα λόγια έρχονται ως επιστέγασμα, μαζί και απόδειξη του μεγαλείου μιας πορείας ζωής που ταυτίστηκε με την καλλιτεχνική δράση. Και ως ένα μεγάλο μάθημα για όλους μας, όχι μόνο τους σκηνοθέτες (σ.σ. το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στα δικά του σόσιαλ, αν και είχε γίνει γνωστή η είδηση του θανάτου του Μπέλα Ταρ επί ώρες, το μόνο που είχε «ανεβάσει» ήταν: «Σοβαρή ημέρα για βόλτα και ταινία. 20 βαθμοί και χρόνια πολλά». Αργησε να γράψει κάτι ελάχιστο. Βέβαια, το ίδιο φεστιβάλ επί Μισέλ Δημόπουλου και Δημήτρη Εϊπίδη τον είχε φέρει στη Θεσσαλονίκη, το 2003).
Ανθρωποι του χώρου εκφράστηκαν με πολύ βαθιά λόγια για τη μέγιστη αυτή απώλεια: «Με τα πλάνα του μας έμαθε ν’ αντέχουμε τον χρόνο, τη σιωπή, τη φθορά και την ανθρώπινη μοναξιά. Δεν χάιδεψε ποτέ τον θεατή –τον σεβάστηκε», έγραψε ο ηθοποιός και θεατρικός σκηνοθέτης Γιώργος Βούλγαρης. «Σήμερα ο κόσμος χάνει τον Θεό. Ο Μπέλα Ταρ πέθανε», έγραψε ο ηθοποιός Γιώργος Κατσής. «Εξαφανίζουμε τους διανοούμενους για πρόσκαιρες, ευκαιριακές περσόνες μιας άδοξης διασημότητας. Και γινόμαστε πιο λίγοι, ελάχιστοι. Χωρίς ίχνος κατανόησης. Χωρίς χώρο για το “άλλο”. Κι από σήμερα, χωρίς τον Μπέλα Ταρ. Δεν είναι μόνο η θλίψη, είναι και αυτό το σκοτάδι που απλώνεται πάνω στην αμήχανη Ευρώπη. Νύχτα, νύχτα πολλή… », ήταν τα λόγια του σινεφίλ, σινεγνώστη, ποιητή και συγγραφέα Τέλλου Φίλη, ενώ έκανε ειδική μνεία για τη σχέση του Ταρ με τον Λάσλο Κρασναχορκάι, τον νομπελίστα λογοτεχνίας (2025). Ο πρώτος είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του δεύτερου «Η μελαγχολία της αντίστασης» (εκδ. Πόλις), με την ταινία «Werckmeister Harmonies», το 2000. Πρόκειται για μία ζοφερή και αποκαλυπτική ταινία που διαδραματίζεται στην κομμουνιστική Ουγγαρία και η οποία γνώρισε ευρεία αποδοχή από την κριτική.
Ωστόσο, ήταν η τελευταία του ταινία, το «The Turin Horse» («Το άλογο του Τορίνο»), το 2011, που παραμένει το πιο σκοτεινό και συμπαγές αριστούργημά του: μία κινηματογραφική ελεγεία για το τέλος του ανθρώπου. Ενα μοναδικό φιλμικό δοκίμιο, ασύλληπτα γοητευτικό και απόλυτα απελευθερωτικό, αν και τόσο μακάβρια αληθινό.
Τίποτε δεν σταμάτησε ποτέ τον Ταρ από το να γυρίσει τις ταινίες που ήθελε. Δεν ήταν μόνο φιλμ για τον ίδιο, ήταν γλώσσα, βήμα, όραμα. Γεννημένος στο Πεκς της Ουγγαρίας το 1955, ξεκίνησε την καριέρα του δουλεύοντας στο Balázs Béla Stúdió, ένα από τα σημαντικότερα ουγγρικά στούντιο πειραματικού κινηματογράφου. Μετά από αρκετές ταινίες, όπως τις «Family Nest», «Almanac of Fall» και «Damnation», απέκτησε διεθνή αναγνώριση το 1994 με την επτάωρη, ασπρόμαυρη οδύσσεια «Satantango», που πραγματεύεται την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1985, του Ούγγρου συγγραφέα Λάσλο Κρασναχορκάι. Ο νομπελίστας ήταν και συνσεναριογράφος του «Αλογο του Τορίνο». Εκανε πρεμιέρα στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, όπου τιμήθηκε με την Αργυρή Αρκτο – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής. Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, ο Ταρ ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη σκηνοθεσία και μετακόμισε στο Σαράγεβο, όπου ίδρυσε τη διεθνή κινηματογραφική σχολή film.factory.
Στην Αθήνα τελευταία τον είχε φέρει ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης της NewStar. Τότε, πίσω στο 2011, ήμασταν στο σινεμά Στούντιο. Εκεί όπου ο Ταρ είχε μιλήσει για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον κινηματογράφο, τη στιγμή που μόλις είχε ανακοινώσει πως δεν θα γυρίσει καμία άλλη ταινία: «Το θέμα δεν είναι τι θέλεις να πεις με την ταινία σου, αλλά τι θέλεις να κάνεις με αυτή: θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο; Θέλεις να πεις την αλήθεια γι’ αυτόν ή απλά να ψυχαγωγήσεις το κοινό σου; Για μένα το σινεμά είναι επικοινωνία. Πρέπει να ξέρω τι κάνω και να το κάνω και πολύ καλά, αλλιώς είμαι ένας απλός τσαρλατάνος, ίσως και επικίνδυνος. Ο θεατής δεν είναι ένα άβουλο ον στα μάτια μου. Γιατί “βλέπω” και αυτόν, σαν φτιάχνω την ταινία μου: και βλέπω ένα μορφωμένο πλάσμα, με αντιληπτική ικανότητα και κριτική σκέψη. Ενα πλάσμα που εγώ πρέπει να φανώ αντάξιός του. Αυτό είναι ο θεατής για μένα».
Μας τόνισε: «Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή σας. Είμαστε χωμάτινα όντα και γρήγορα μαραινόμαστε. Ο χρόνος ήταν πάντα ένα ζήτημα για μένα. Αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα να τον αποτυπώσω κινηματογραφικά. Μόνον κινηματογραφώντας την καθημερινότητα –αυτός ήταν ο τρόπος μου. Το Χόλιγουντ και η βιομηχανία του θεάματος ενδιαφέρεται μόνο για την ιστορία, την πλοκή, τη δράση. Η μία εικόνα έπεται της άλλης σε φρενήρη ρυθμό. Κάθε ηθοποιός και μία κάμερα, καμία επικοινωνία. Πού πήγαν οι σιωπές; Για μένα αυτό είναι βαρετό. Βαρετό και βλακώδες. Πόσες νέες ιστορίες θα βρεις να πεις; Το θέμα δεν είναι η πλοκή. Το θέμα είναι το πώς επιλέγεις να διηγηθείς ακόμα και την πιο γνωστή, την παλαιότερη ιστορία του κόσμου. Ο τρόπος είναι το ζήτημα. Για μένα, ζήτημα ζωής όχι μόνο κινηματογράφησης.
»Νεότερο, δεν με ενδιέφερε η μυθοπλασία. Ηταν άλλες εποχές, είχα έντονες σοσιαλιστικές ανησυχίες και ήθελα, τότε στα 22 μου, να κάνω μόνο ντοκιμαντέρ. Να πω “την αλήθεια του λαού”. Τελικά δεν ξέφυγα ποτέ από αυτή την ανάγκη. Τώρα, στα 60 μου σχεδόν, μόνο λιγότερα μαλλιά έχω –μυαλά τα ίδια. Ανησυχίες, οι ίδιες. Και πάντα η ίδια πολιτική συνείδηση… Βλέπουμε να παίρνουν την εξουσία ηγεσίες που σιχαίνονται τον πολιτισμό. Δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις που στέλνουν όλο το κρατικό χρήμα όχι στην εκπαίδευση ή τον πολιτισμό αλλά στις τράπεζες και την οπλική βιομηχανία. Χρειάζονται υπάκουα εργατικά χέρια, όχι μορφωμένους πολίτες».
Αυτά έλεγε ο σπουδαίος των σπουδαίων Μπέλα Ταρ, το 2011. Αυτά ισχύουν και σήμερα. Μα ο ίδιος αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του για να μην ισχύουν και αύριο. Και το έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
● Τα αποκλειστικά δικαιώματα των ταινιών του Ταρ για την Ελλάδα τα έχει η Πέγκυ Ρίγγα.
