Αμφίρροπους αγώνες στην αρένα των πρωταρχικών ιδεολογικών του καταβολών οραματίζεται η αμφιδήριτος περσόνα του αδόλεσχου Αδ-όνειδος. Μισεί θανάσιμα τους αγρότες, όπως άλλωστε και τις λοιπές λαϊκές παραγωγικές τάξεις που διεκδικούν το δίκιο τους, και δεν κρύβει τον διακαή του πόθο να αντιμετωπιστούν με άρματα μάχης. Εν ανάγκη ακόμα και με την άρτι παραληφθείσα φρεγάτα Μπελαρά, για την απόκτηση της οποίας μεγαλαυχεί πομπωδώς σε παράκρουση εθνικοφροσύνης, ορμώμενος από το ότι τα πυραυλικά της συστήματα μπορούν να πλήξουν από θαλάσσης στόχους στη βαθιά ενδοχώρα· καλή ώρα στα ενοχλητικά μπλόκα του Κάστρου, της Νίκαιας και των Μαλγάρων.
Ηχεί χαυνωτικά στην ψυχρή νύχτα της ψυχής του το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της 21ης Απριλίου 1967 και πάλλεται ο παγετός της από τα κροταλίσματα του ερπυστριοφόρου που παραβιάζει την κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου τα μεσάνυχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973. «Το μόνο που μπορεί να τους σταματήσει –τους απεχθείς του αγρότες, υπονοεί– είναι τα τανκς, αλλά δεν μπορούμε να τα στείλουμε» δηλώνει περίλυπος. Καθότι ο ακατονόμαστος πρωθυπουργός «έχει επιδείξει τεράστια δημοκρατικότητα και ιώβειο υπομονή» διατείνεται. Εχει χαριστεί και χειριστεί την όλη εμπλοκή με πολύ μεγάλη ευπρέπεια και ηρεμία. Εγώ δεν ξέρω αν θα είχα κρατήσει την ψυχραιμία μου τόσο πολύ, καταλήγει.
Δύσκολο δρόμο προς διαφιλονικούμενη δόξα διαλέγει, πάντως, ο δυσκοίλιος υπουργός. Εχω δει με τα μάτια μου σε γεφύρι χωριού της Καρδίτσας, τις ευκλεείς εποχές του ’80, τρακτέρ οργισμένου βαμβακοπαραγωγού, μαρσάροντας και οπισθοπατώντας, να γκρεμίζει αστυνομική αύρα-αστακό στα θολά νερά παραπόταμου του Πηνειού με μουσική υπόκρουση δημοφιλές ρεφρέν από τα «Αγροτικά» του Μπακαλάκου, υπό τις ιαχές του έξαλλου πλήθους και την απόγνωση ενεής δημοιρίας των ΜΑΤ που αδυνατούσε να αντιδράσει. Αβέβαιη μάχη θα ακολουθούσε και σήμερα την κάθοδο των τανκς στην ΠΑΘΕ – τα ’θελε και τα ’παθε η χλιβερή μορφή του Αδ-όνειδος. Τον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, έχω ικανό να στρέψει –αλλά δεν περνάει απ’ το χέρι του– ώς και τις κάννες των τεθωρακισμένων ενάντια στα γυμνά στήθη των ανύποπτων καλλιεργητών. Αποτροπιασμό τού προκαλούν, άλλωστε, τα μπλόκα καταπώς ισχυρίζεται.
Ιδιαζόντως ιδιώτης, με την αρχαιοελληνική και την αγγλοσαξονική σημασία του όρου, αγνοεί τη φράση του Λίνκολν: «Είναι καλύτερα να μένεις σιωπηλός και να θεωρείσαι βλαξ, παρά να απεραντολογείς αίροντας πάσαν αμφιβολία». Βγήκε, λοιπόν, καμαρωτός καμαρωτός στο κλαρί προσφιλών του σταθμών ψιττακίζοντας τα φληναφήματά του. «Τα μπλόκα είναι αηδία! Αλλιώς, τι είναι, εξυπνάδα; Είναι μεγάλη αηδία. Είναι φασισμός, είναι παρανομία, είναι απαίσιο πράγμα» λέει δεξιά και [ποτέ] αριστερά. «Ολες οι επιδοτήσεις πρέπει να κοπούν γιατί είναι η πηγή του κακού» συνεχίζει, εκλιπαρώντας «να καταλογιστούν πρόστιμα για παρακώλυση συγκοινωνιών με καθημερινή επικύρωση στην εφορία».
Αηδιάζει σύμπασα η χώρα μαζί του, που συμπαραστέκεται ενθέρμως στον αγώνα των αγροτών. Του ’χω σούρει πλειστάκις τα σχολιανά του και τον παραδίδω διά μίαν εισέτι φορά στη δημόσια χλεύη με το οιονεί ηχομιμητικό σύμπλεγμα «χι+λάμδα». Τουτέστιν, λέξεις όπως χλαπάτσας, χλεμπονιάρης, χλιμίντζουρας, σαχλαμάρας, σαχλαμπούχλας, χλεμπύρδας, χλεχλές τού κολλάνε γάντι. Το φαυλεπίφαυλος περισσότερο, καθόσον ο φαύλος προέρχεται από το φλύω (= φλυαρώ). Του ταιριάζουν, επίσης, το κομψεπίκομψος και το αλλοπρόσαλλος. Οχι όμως το λεπτεπίλεπτος που αντιφάσκει με την εν γένει προσωπικότητά του. Η λεπτότης προϋποθέτει πνεύμα, το οποίο ο ίδιος στερείται.
