ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν είναι να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη για το έργο του 27χρονου Μάριο Μπανούσι, θα λέγαμε την εξής: τελετουργία. Κάθε του παράσταση είναι βιωμένη σκέψη – όχι απλώς εμπειρία, αλλά συνειδητή τοποθέτηση συναισθήματος, παρατήρησης και εμπειριών πάνω στην τέχνη. Αφήνεται ο Μπανούσι με εμπιστοσύνη πάνω στην τέχνη, στο θέατρο, στην εικαστική απεικόνιση, στους συνεργάτες του, στους ίδιους τους θεατές. Αφήνεται και αφήνει πάνω μας ανεξίτηλα την ψυχή του, αλλά όχι αγνή – σμιλεμένη. Ετοιμη για την έκθεση – όσο έτοιμος τουλάχιστον μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης για κάτι τόσο σημαντικό και δύσκολο…

Αυτή τη φορά, ο Μπανούσι καταπιάνεται με τις μνήμες του ως παιδί στην ταβέρνα του πατέρα του με το όνομα «Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia». «Miresia» στα αλβανικά σημαίνει «καλοσύνη». Αρα έχουμε «Ταβέρνα Καλοσύνη» και τα τρία ονόματα των παιδιών του: Μάριο, Μπέλα και Αναστασία.

Η παράσταση αποτελεί το τελευταίο μέρος της τριλογίας μαζί με τα έργα «Ragada» και «Goodbye, Lindita». Το δεύτερο έθεσε τον Μάριο στο πρώτο πλάνο της ελληνικής και, πολύ σύντομα, της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής. Το πρώτο ήταν και η πρώτη του παράσταση. Τώρα, η «Taverna Miresia» μεταφέρεται στη σκηνή της Πειραιώς 260, με τη Σαββίνα Γιαννάτου σε πρωταγωνιστικό ρόλο, στο πλαίσιο των χειμερινών δράσεων του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ως μια πολύ όμορφη πρωτοβουλία του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του θεσμού, Μιχαήλ Μαρμαρινού. Η παράσταση προσπαθεί να αποδώσει μέσω σωματικότητας και συμβόλων την παρουσία της απουσίας και την έννοια της καλοσύνης μέσα στην ατομικότητα και την κοινωνική απομόνωση. Αναδεικνύεται η επιρροή που έχει ο δημιουργός από πολιτισμικά ταξίδια και εμπειρίες σε διάφορες χώρες, αλλά και ο κοινός ανθρώπινος πόνος που εκφράζεται μέσω της τέχνης, ανεξαρτήτως γλωσσών και παραδόσεων. Το έργο λειτουργεί σαν τελετουργικό που προσφέρει κάθαρση και σύνδεση τόσο στον δημιουργό όσο και στο κοινό, ενώ διατηρεί ζωντανές μνήμες και αξίες που κινδυνεύουν να χαθούν. Ο Μάριος εκφράζει τη βαθιά του σχέση με την οικογένεια, το παρελθόν και τη ζωή, αξιοποιώντας προσωπικά και οικουμενικά στοιχεία για να δημιουργήσει μια αυθεντική θεατρική εμπειρία. Συνομιλήσαμε ώρα μαζί του και θα αφήσουμε τα δικά του λόγια να μας εντάξουν (ξανά) στον κόσμο του – λόγια εκτάκτως, καθώς οι παραστάσεις του δεν τα χρειάζονται.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά μηνών η μητέρα μου με έστειλε στην Αλβανία και μεγάλωσα με τη γιαγιά μου, καθώς είχαν χωρίσει με τον πατέρα μου και δεν μπορούσε να μεγαλώσει τρία παιδιά μόνη της. Επέστρεψα για να πάω σχολείο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου στην αυλή να μοιρολογάει συνέχεια για την κόρη της που έχασε (τη θεία μου) και να λέει λέξεις, περισσότερο ως ήχους πένθους. Συνέχεια, όλα τα χρόνια, ώς και σήμερα. Καθόμουν και την παρατηρούσα με τις ώρες. Γι’ αυτό επέλεξα τη Σαββίνα, η οποία μπορεί να μεταφέρει με ήχους και λαρυγγισμούς το μη ειπωμένο. Θυμάμαι το μπάνιο της γιαγιάς μου, με τα άσπρα πλακάκια και την τουρκική βρόμικη τουαλέτα, θυμάμαι την ταβέρνα “Καλοσύνη” του πατέρα μου που είχε βάλει και τα ονόματά μας στην ταμπέλα και για μας ήταν ένα παιχνίδι. Θυμάμαι και εκείνη την άδεια καρέκλα: όταν τρώγαμε με τη μητέρα και τις αδερφές μου, καθώς οι γονείς μου είχαν χωρίσει, υπήρχε πάντα μία άδεια καρέκλα στο τραπέζι. Οταν, πριν τέσσερα χρόνια πέθανε ο πατέρας μου, κατάλαβα πως εκείνη η άδεια καρέκλα δεν θα γέμιζε ποτέ. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Σκεντέρ, από το Σκεντερμπέου, τον δικό τους Κολοκοτρώνη κατά έναν τρόπο.

«Πιστεύω πως η γνήσια καλοσύνη εξαφανίζεται»

»Τίποτα στις παραστάσεις μου δεν είναι μη συμβολικό: από τα αντικείμενα μέχρι τα πρόσωπα. Ναι, είναι οι μνήμες μου, αλλά όχι απλά όπως τις θυμάμαι, αλλά όπως τις παρατηρούσα και τις ένιωθα. Γι’ αυτό και δεν με ενοχλεί αν το κοινό μπερδεύεται και τη λέει “Ταβέρνα Μιζέρια” αντί για “μιρέσια” – υπάρχει και μιζέρια στις οικογένειες. Καλοσύνη είναι πιο σπάνιο να βρεις. Και στις οικογένειες και γενικότερα. Και δεν μιλάω για ευγένεια, αλλά για πραγματικά καλοσυνάτους ανθρώπους που δρουν με άξονα το γενικό καλό, όχι μόνο το ατομικό. Αυτό πραγματικά πιστεύω ότι εξαφανίζεται.

»Ο τίτλος ήρθε σαν μια σύνδεση με τον πατέρα μου. Σαν να εμπνέομαι από αυτόν, σαν να προσπαθώ να τον καταλάβω, κι ας είναι τόσο δύσκολο ειδικά πλέον. Ολη η παράσταση, πάντως, ξεκίνησε από αυτή τη μία άδεια καρέκλα μες στο κεφάλι μου – πάντα σκεφτόμουν πώς θα ήτανε αν ο πατέρας μου καθόταν σε αυτήν την καρέκλα, πώς θα ήταν η οικογένεια αν υπήρχε αυτή η φιγούρα. Η έννοια της απουσίας υπάρχει γιατί με προβλημάτιζε και με προβληματίζει ακόμα, αλλά ειδικά αφότου πέθανε ο πατέρας μου και μετά η μητριά μου. Φορές σκέφτομαι να σταματήσω, να καταπιαστώ με άλλα θέματα, αλλά ακόμα έχω να δώσω. Είναι αλλιώς να στήνεις μια παράσταση σε συγκεκριμένο, προϋπάρχον κείμενο και αλλιώς από το τίποτα. Από ένα αντικείμενο, μία έννοια, μία μνήμη. Προσώρας με τραβάει ακόμα το δεύτερο.

»Πήγαμε την παράσταση στην Ταϊβάν – οι άνθρωποι συνδέθηκαν πολύ μαζί της, παρότι δεν έχουν το μοιρολόι στην παράδοσή τους. Εκλαιγαν. Το γερμανικό κοινό πάλι το έδειξε με τον δικό του, διαφορετικό τρόπο. Τα κοινά διαφέρουν και οι πολιτισμοί, όχι, όμως, στο τι εισπράττουν από ένα έργο, αλλά στο πώς το εκφράζουν. Για μένα αυτό είναι ένα μεγάλο σχολείο, αν και λατρεύω την Ελλάδα και την Αθήνα και τους ανθρώπους μου εδώ και δεν θέλω να φύγω. Και πρέπει να σου πω ότι δεν ήταν εύκολα. Μπορεί να ακουστώ κλισέ, αλλά οι γονείς μου ήρθαν με τα πόδια από την Αλβανία, είχαν αναγκαστεί να κοιμηθούν στο δρόμο, μέναμε σε ένα ημιυπόγειο 20 τετραγωνικών. Ολα αυτά είναι τα εφόδιά μου. Και τα μεταφέρω μαζί μου, όπου κι αν ταξιδέψω. Είναι εγώ.

»Και θέλω να γίνει και το “εσύ” του κάθε θεατή. Θυμάμαι μία πολύ δυνατή στιγμή για μένα: κάναμε πρόβες στο “Goodbye, Lindita” στην Πειραιώς, που μιλούσε και για τον θάνατο της μητριάς μου, αλβανικής καταγωγής. Η καθαρίστρια του φεστιβάλ ήταν και η ίδια Αλβανίδα και σκούπιζε τον χώρο. Κάποια στιγμή τη βλέπω να κλαίει και να με κοιτάζει. “Ευχαριστώ”, μου λέει, “Γιατί υπάρχουμε κι εμείς”… Ακούς τι μου είπε; “Γιατί υπάρχουμε κι εμείς”. Είδε την ίδια στην παράσταση. Αναγνώρισε. Το είπε και έφυγε. Εκεί, στους χώρους του φεστιβάλ. Και λέω στον εαυτό μου: “Ρε φίλε, έχει νόημα που έχει φτιαχτεί αυτή η παράσταση, πέρα από τα συγχαρητήρια και τα ταξίδια, που είναι πάρα πολύ ωραία και εννοείται θέλουμε να πηγαίνουμε. Αλλά έχει νόημα όχι μόνο για μένα, έχει νόημα και γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Πιστεύω πως ακόμα και τον Αμλετ αν αποφάσιζα να σκηνοθετήσω, εκεί που κρατάει τη νεκροκεφαλή, θα τον έβαζα να έχει τα ρούχα και τα μαύρα δόντια του θείου μου του Αλτίν που ήταν νεκροθάφτης… Ναι, όλα είναι προσωπικά και γίνονται σύμβολα και είναι μέσα μου και έξω μου και γύρω μας και όλοι μας στην παράσταση οδηγούμαστε από ένα βίωμα σε ένα επίσης βίωμα…» καταλήγει.

ℹ️ Στην Πειραιώς 260 (Χώρος Η). Παραστάσεις: 16, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 25, 26, 27, 28, 29/12/2025 στις 21.00 (Κυριακές στις 20.00). Διάρκεια: 70΄. Προπώληση: www.more.com. Σε συνεργασία με το Θέατρο στη Σάλα. Συμπαραγωγή της TooFarEast με το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου. Σκηνικά – Κοστούμια: Σωτήρης Μελανός. Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Μουσική σύνθεση: Jeph Vanger. Παίζουν: Χρυσή Βιδαλάκη, Σαβίνα Γιαννάτου, Πηνελόπη Τσούτσουβα, Κατερίνα Κρίστο, Ευτυχία Στεφάνου, Mario Banushi.