ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Ψαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Πράσινο φως για τον ελληνικό προϋπολογισμό πήρε η Ελλάδα από την Κομισιόν, που εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να ανθίσταται παρά τις πιέσεις. Ωστόσο η Επιτροπή καταγράφει έντονες μακρο-οικονομικές ανισορροπίες με αυξημένο έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών και μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων σε αναντιστοιχία με τα εισοδήματα. Κάτι που αναμένεται να επιφέρει αυξημένους ελέγχους από τους τεχνοκράτες της Κομισιόν την επόμενη χρονιά.

Στον… καταιγισμό των εκθέσεων για την οικονομική κατάσταση στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, που εξαπέλυσε χθες η Κομισιόν, πολλά είναι τα σημεία που αξίζουν προσοχή. Η Ελλάδα είναι μία από τις 12 χώρες που πληρούν τα νέα δημοσιονομικά κριτήρια παρά την αύξηση των δημόσιων δαπανών. Στο παρελθόν αυτό θα προκαλούσε αρνητικά σχόλια και παρατηρήσεις. Τώρα η γνώμη της Κομισιόν συνοψίζεται στο ότι, ενώ ο σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών της Ελλάδας το 2026 είναι υψηλότερος από τον μέγιστο ρυθμό που συνέστησε το Συμβούλιο, δεδομένης της ευελιξίας που παρέχεται από την εθνική ρήτρα διαφυγής η προβλεπόμενη αύξηση των καθαρών δαπανών είναι συμβατή με τις σχετικές συστάσεις.

Στην έκθεση για τη μακρο-οικονομική κατάσταση της Ελλάδας οι ανησυχίες παραμένουν, αφού το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε πολύ πάνω από τα επίπεδα προ του 2020, καθώς και πάνω από τα επίπεδα που εξηγούνται από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη. Οι ειδικοί λένε ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να μειωθεί κάπως, αλλά θα παραμείνει υψηλό.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 9% το 2024. Ο λόγος τιμής προς εισόδημα ήταν 8 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο του, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι τιμές των κατοικιών απομακρύνονται όλο και περισσότερο από το εισόδημα. Η υπερεκτίμηση ανήλθε στο 22%!

Συντάξεις

Στην έκθεση για την απασχόληση καταγράφεται ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις σε σχέση με την κοινωνική προστασία και την ένταξη. Ο αντίκτυπος της κοινωνικής βοήθειας (πέραν των συντάξεων) στη μείωση της φτώχειας μειώθηκε στο 16,6% το 2024, σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 34,2%. Το ποσοστό των ατόμων που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε στο 26,9%, πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 21,0%, θέτοντας τέλος σε μια δεκαετή τροχιά μείωσης.

Και οι δύο αυτοί δείκτες υποδεικνύουν «κρίσιμες καταστάσεις». Το ποσοστό 27,9% των παιδιών που κινδυνεύουν από φτώχεια έναντι 24,2% στην Ε.Ε. παραμένει «υπό παρακολούθηση». Μετά τις αυξήσεις τόσο το ποσοστό των νοικοκυριών που επιβαρύνονται υπερβολικά από το κόστος στέγασης (αυξημένο στο 28,9% το 2024, ένα από τα υψηλότερα στην Ε.Ε. έναντι μ.ο. 8,2%!), όσο και οι αυτοαναφερόμενες ανεκπλήρωτες ανάγκες για ιατρική περίθαλψη (αυξημένες στο 12,1%, έναντι 2,5% στην Ε.Ε.) υποδεικνύουν επίσης «κρίσιμες καταστάσεις». Η δε ανισότητα παρέμεινε στο 5,27 το 2024, πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (4,66), και παραμένει υπό παρακολούθηση.

Παρ’ όλο που η απόδοση της ελληνικής αγοράς εργασίας βελτιώνεται, οι προκλήσεις παραμένουν ιδίως για τις γυναίκες και τους νέους. Το 2024 το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε κατά 1,9% λόγω της ακόμη ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο ακόμη και μετά από αυτή τη σημαντική αύξηση μόνο το 69,3% του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (20-64) απασχολούνταν (έναντι 75,8% στην Ε.Ε.) αντιπροσωπεύοντας μια «αδύναμη αλλά βελτιούμενη» κατάσταση.

Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ήταν 59,9% (μετά από αύξηση 2,3%), ένα από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε., ενώ το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των φύλων ήταν από τα μεγαλύτερα στην Ε.Ε. (18,8 ποσοστιαίες μονάδες έναντι μ.ο. 10).

Εισόδημα

Ο δείκτης ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά κεφαλήν παραμένει από τους χαμηλότερους παρά την αύξηση 2 ποσοστιαίων μονάδων από το 2023. Στα θετικά νέα το χάσμα απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία παρέμεινε στον μέσο όρο.

Η ανάπτυξη δεξιοτήτων παραμένει στάσιμη επηρεάζοντας αρνητικά την απασχολησιμότητα και την ανταγωνιστικότητα. Το μερίδιο των ενηλίκων στη μάθηση τους τελευταίους 12 μήνες ήταν 15,1% (στοιχεία 2022), από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε., και αντιπροσώπευε μια ακόμη «κρίσιμη κατάσταση».

Το 2023 το 52,4% των ενηλίκων (έναντι 55,6% στην Ε.Ε.) είχε τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες,. Τα ποσοστά χαμηλής επίδοσης των 15χρονων σε βασικές δεξιότητες ήταν από τα υψηλότερα στην Ε.Ε., αφού αντιμετώπισαν μία από τις πιο απότομες μειώσεις.

Από την άλλη πλευρά το μερίδιο των ατόμων που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση μειώθηκε περαιτέρω κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 σε 3% (έναντι 9,4% στην Ε.Ε.), διατηρώντας την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τις «καλύτερες επιδόσεις» σε αυτόν τον τομέα.