Καίτοι τυγχάνω κοινωνικό ον, ήγουν κλασικός βλαχοδήμαρχος, ελάχιστες φορές, μετρημένες στα δάχτυλα κολοβής χειρός, διήλθα τα σκαλοπάτια της εκκλησίας για να παντρέψω προσφιλή μου άτομα ή να βαφτίσω τα βλαστάρια τους, καθόσον ορισμένοι εκλεκτοί προσωπικοί δεσμοί αποδεικνύονται ενίοτε ισχυρότεροι κι απ’ τις πιο στέρεες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Χαλανδραία μια απ’ τις νύφες, που της έμελλε ν’ αγιάσει στο πλάι ατάσθαλου κολλητού, έλκει την καταγωγή της από ορεινό κεφαλοχώρι της Κυνουρίας εκ πατρός και ημιπεδινή κωμόπολη της Ηλείας από την πλευρά της μητέρας της. Γνωρίστηκα με τα σόγια, τσουγκρίζοντας κεχριμπαρένιους δυναμίτες τοπικούς οίνους, στο τραπέζι του γάμου.
Ομοθυμαδόν με προσφωνούσαν κουμπάρο, όχι μόνο οι γονείς, τ’ αδέλφια και οι στενοί της συγγενείς, αλλά και κάτι απίθανα τριτοξάδελφα, συμπεθέρια και μπατζανάκηδες. Φιλοξενήθηκα αργότερα σε αμφότερα τα οικογενειακά ενδιαιτήματα του Μοριά. Από τη δεύτερη επίσκεψη και εντεύθεν, όταν άρχισαν κάπως να με μαθαίνουν, οι πάντες στη γειτονιά, στην πλατεία, στα καφενεία, ακόμα και σε απομακρυσμένα λιθόστρωτα μονοπάτια κατά τη διάρκεια ασθμαινουσών πεζοποριών, με αποκαλούν πια με την ιδιότητα που μου προσδίδει το στεφανοχάρτι του επιστήθιου ζεύγους. Στην αγνή ελληνική ύπαιθρο, η κουμπαριά συνιστά ακατάλυτο κοινωνικό σύνδεσμο που περιβάλλεται από αχλύ ιερότητος.
Λογίζεται αδελφική σχέση, εκτείνεται σε ευρύ συγγενικό κύκλο και μεταφέρεται συχνά από γενιά σε γενιά. Στην Κρήτη, μάλιστα, αποκτά στοιχεία αιώνιας αμοιβαιότητας, καθώς πολυαίμακτες βεντέτες δεκαετιών τερματίζονται με σασμούς που εδράζονται σε συντεκνιές και στεφανώματα. Μιας και θυμήθηκα τη λεβεντογέννα Μεγαλόνησο: αναρωτιέμαι καιρό τώρα πόθεν προκύπτει το χλευαστικό προσωνύμιον «Φραπές», το οποίο φέρει αναντιρρήτως ευσταλής της γόνος με αρειμάνιον μύστακα. Φαντάζομαι πως περιγράφει γραφικό τύπο που ανακατεύει στο σέικερ λογής λογής ύποπτα ρευστά, νομιμοφανή, ημιπαράνομα και εμφανώς παραβατικά, τα χτυπάει μανιωδώς ώστε να ενωθούν αναπόδραστα τα ανάρμοστα συστατικά τους, θησαυρίζει όλως αιφνιδίως εις βάρος του αφελούς συνόλου και στο τέλος βγαίνει στον αφρό. Για να δηλώνεις, όμως, ανύπαρκτες εκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων στα ακρότατα σημεία της χώρας ως αναντάν μπαμπαντάν βοσκοτόπια, να εισπράττεις ως εκ τούτου επιδοτήσεις εκατομμυρίων και να τη βγάζεις μέλι-γάλα, δεν αρκεί να κορδώνεσαι ως «γαλάζιος» κομματάρχης.
Πρέπει να ’χεις μπάρμπα στην Κορώνη ή καλύτερα στον Αποκόρωνα, να διαθέτεις χαλύβδινες πλάτες, τουτέστιν μια «γαλαζοαίματη» κουμπαριά. Ο ακατονόμαστος πατέρας του αχαρακτήριστου πρωθυπουργού καλλιεργούσε το πελατειακό σύστημα σπέρνοντας συντεκνιές απ’ άκρου εις άκρον της Κρήτης. Αδιασταύρωτες πηγές διατείνονται πως δεν έπαιρνε επιδοτήσεις για τη συγκεκριμένη ενασχόληση. Μολαταύτα ελάμβανε πολιτική στήριξη με δαγκωτές ψήφους, αφού τηρούσε με ευλάβεια τα πατροπαράδοτα ήθη του τόπου. Στενός συγγενής του «Φραπέ» –ενδεχομένως με το παρωνύμιο «Φρέντος»– είχε συντεκνιά με τον «γέρο», δεσμός που, σύμφωνα με το κρητικό τυπικό, υπάρχει για να διαιωνίζεται.
Οφείλουν να τον σέβονται οι επίγονοι, πολλώ δε μάλλον όταν πολιτεύονται και οι ίδιοι. Ποιον νομίζετε πως εννοούσε ο εν λόγω «εθνικός μας καφές» στις τηλεφωνικές συνομιλίες που περιέχονται στη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όταν επικαλείτο τον «κουμπάρο» του στο Μαξίμου κι από ποιον έπαιρνε αέρα για να στήνει τα κόλπα του, αποκαλώντας με το υποκοριστικό «Μάκης» κοτζάμ τσεκουράτο υπερυπουργό. «Γι’ αυτό σ’ έκανα κουμπάρο, για να μπαίνεις με το θάρρο» λέει ο λαός και υπογραμμίζει: «Η αλεπού η κουμπαρίτσα, δεν μας άφησε ούτε κότα, ούτε φωλίτσα».
