ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο κεντρικός χαρακτήρας του εν λόγω πρόσφατου μυθιστορήματος του φετινού νομπελίστα Λάσλο Κράσναχορκαϊ (Guyla, Ουγγαρία, 1954), ένας συνταξιούχος ηλεκτρολόγος, ακούει στο όνομα Γιόζεφ (υποκοριστικά Γιόζι) Κάντα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου διαπιστώνεται η επίμονη, η εμφανώς συνειδητή ανάγκη του να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του όσο πιο μακριά γίνεται από τη σκηνή των παθών της χώρας του.

Γεννημένος στην Ουγγαρία, για την ακρίβεια στις 6 Ιανουαρίου του 1921, συνιστά έναν ακόμη τυπικό ήρωα της προσωποπαγούς, ιδιαίτερα σμιλεμένης γραφής του ως άνω δικαίως πολυβραβευμένου δημιουργού λόγου. Η πρωτότυπη στίξη, η παντελής απουσία της τελείας, οι σχοινοτενείς πλην όμως πάλλουσες εννοιολογικά προτάσεις, οι πληθωρικές δευτερεύουσες προτάσεις, ο οποίες ανανεώνουν διαρκώς την περιέργεια των δεκτών του πολυπρισματικού μηνύματος, το διευρυμένο πλαίσιο των αναφορών στο ουγγρικό έθνος, σε συνδυασμό πάντα με έναν καταιγισμό σάτιρας και επιμελούς αποδόμησης πλείστων κατεστημένων ψευδαισθήσεων που αντιστρατεύονται την υλοποίηση συγκεκριμένων δημοκρατικών προσδοκιών, συναποτελούν τα κύρια γνωρίσματα της κειμενικής αποτύπωσης. Συγκρατώ επίσης ότι τηρείται με τυπική προσήλωση, σε όλη την έκταση της αφήγησης, ένας ιδιότυπος, αυστηρός υφολογικός κανόνας του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Είναι αυτός ο οποίος επιτάσσει ότι «ο βαθμός αληθοφάνειας πρέπει να είναι τόσο υψηλός, ώστε η περιγραφή που επινοεί ο συγγραφέας με βάση αυτά που γνωρίζει, να είναι πιο αληθινή απ’ ό,τι θα ήταν τα πραγματικά γεγονότα».

Μόνιμος σύντροφος του μοναχικού υπέργηρου παραμένει το υπάκουο Φραντζολάκι, το καθόλα νοήμον σκυλί του. Παρά ταύτα, φίλοι από το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, μαθητές του, ακραιφνείς βασιλόφρονες, φιλόδοξοι τρομοκράτες, ένας διασώστης των λεγόμενων αρχαίων φυλών, ένας στιλβωτής αυτοκινήτων, ένας μεγαλόσωμος απόστρατος ανθυπασπιστής, αλλά και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο περιπλανώμενος ταλαντούχος μουσικός ονόματι Λάσλο Κράσναχορκαϊ, δεν θα αργήσουν –προς τέρψη βέβαια της αναγνωστικής εμπειρίας– να τον ανακαλύψουν. Και στη συνέχεια να τον προσεγγίσουν, προτείνοντάς του αμέσως και μάλιστα με ιδιάζουσα φορτικότητα, να στεφθεί πανηγυρικά, όσο είναι ακόμη καιρός, «Βασιλεύς της Ιερής Πατρίδας» τους.

Τότε μαθαίνουμε ότι η οικογένεια του «θείου Γιόζι» –όπως δεν παύει να τονίζει στους φανατικούς θαυμαστές ότι έτσι μόνο θέλει να τον αποκαλούν– διατηρεί σχολαστικά απόρρητη την τόσο βαρύτιμη καταγωγή της επί σειρά αιώνων. Υιοθετώντας λοιπόν την ίδια τακτική, ούτε κι ο ίδιος, ήδη στα 92 του πλέον χρόνια, θα ήθελε να διαδοθεί καταρχάς ότι, ως αναμφισβήτητα κατευθείαν απόγονος του Τζένγκις Χαν και του Μπέλα Δ’, θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να διεκδικήσει επάξια τον ουγγρικό θρόνο. Και μάλιστα ως Ιωσήφ Α’ του οίκου των Αρπαντ. Δεν παύει να δηλώνει κάθε φορά σε όσους τον επισκέπτονται, σε καθημερνή σχεδόν βάση, ότι η πολιτική, όπως έχει καταντήσει επί της πρωθυπουργίας του συντηρητικού Ορμπαν (1963), ουδόλως τον ενδιαφέρει. Κατά λέξη υπογραμμίζει ότι δεν θέλει να ταΐσει άλλο τη φωτιά, αλλά να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Η αποχή συνιστά χειροπιαστό δείγμα φρόνησης, υποστηρίζει με τη στάση του εμμέσως πλην σαφώς επί δεκαετίες. Φαίνεται άλλωστε να είναι και ο ίδιος πεπεισμένος ότι «κάθε ευρωπαϊκό πολιτιστικό μνημείο είναι στην πραγματικότητα χτισμένο πάνω σε θεμέλιο απανθρωπιάς και βαρβαρότητας», όπως έχει καταθέσει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Οντας συνεπώς Geschichte müde sein, κουρασμένος δηλαδή από την Ιστορία, επιχειρεί, πλην όμως ματαίως, να διατηρήσει αλώβητη την ανωνυμία του. Υπακούοντας σε μια λανθάνουσα, όμως ισχυρή όπως αποδείχτηκε παρόρμηση, θα συντονιστεί εντέλει με το ασίγαστο κάλεσμα του ετερόκλητου συνασπισμού, ο οποίος τον πολιορκεί μέρα νύχτα. Ετσι, αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του ως να ήταν ένας θεόσταλτος οδηγός των μαζών, που αποβλέπει στην εδώ και τώρα αποκατάσταση των ηθών της κοινωνίας. Η γραφή ουσιώνει με υποδειγματική ρηματική συνέπεια τη ραγδαία μεταστροφή του «θείου Γιόζι» από απράγμονα πολίτη σε υποψήφιο μονάρχη ουγγρικής και μογγολικής ταυτοχρόνως καταγωγής. Οι αστυνομικές αρχές, ανταποκρινόμενες σε μια σειρά καταγγελιών ενός γείτονα, ο οποίος ενοχλείται συνεχώς από την αδιάκοπη προσέλευση τόσων και τόσων εκκωφαντικών οπαδών, θα τον συλλάβουν. Οντας έτοιμος να ανέβει στον θρόνο της Βούδας, πρόκειται αντιθέτως να οδηγηθεί στη φυλακή, επειδή υπονομεύει πλέον ασύστολα το δεδομένο κοινωνικό κλίμα. Υπάρχει βέβαια και η δυνατότητα της προβλεπόμενης, ως εκ των πραγμάτων, εξέτασής του από τον αρχίατρο του Ινστιτούτου Παρατήρησης και Θεραπείας Διανοητικά Ασθενών του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κατ’ αυτό τον τρόπο ενδέχεται να αποφύγει την εκτέλεση της ποινής εγκλεισμού. Πάντως είναι εφικτή η διαγραφή όλων αυτών των δεινών με την άμεση προσφυγή στον σολοικισμό της αυτοχειρίας, αφού βέβαια πάρει μαζί και τον αγαπημένο σκύλο του. Ο κλαυσίγελως στην προκειμένη περίπτωση είναι κατεξοχήν δομικός. Η δε ανέκκλητη ακύρωση της περαιτέρω καταβύθισης στο μεγαλείο της φύσης, της προσφιλέστερης μέχρι πρότινος ενασχόλησης του «θείου Γιόζι», συνοψίζει την έννοια του τραγικού.

Η μετάφραση από το πρωτότυπο λειτουργεί ως ασφαλής γέφυρα με το προκείμενο απόκτημα λεκτικών εμπεδώσεων, πράγματι υψηλού βαθμού.