ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι οι ώρες της πρόσκαιρης αϋπνίας, οι μικρές ώρες, οι ώρες του κενού ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο. Οι στιγμές αυτές που, ενάντια σε όλες τις προθέσεις μας, ο εαυτός μας γίνεται όλο και περισσότερος. Και όμως, αυτό που εμείς θέλουμε είναι να τον εγκαταλείψουμε, να τον αποχαιρετήσουμε ενώ το σώμα βυθίζεται μέσα στον νου, ενώ μας αποχαιρετά μέσα από μια παράκαμψη προς το αύριο, έξω από τον χρόνο, πέρα από τον χρόνο. Και όμως, ο εαυτός μας μένει αμετακίνητος μέσα στο σκοτάδι, μας κρατάει ξύπνιους, γεμάτους σώμα, να ξενυχτάμε περιμένοντας να ξημερώσει. Μετρώντας τις ώρες, στριφογυρίζοντας, κοιτώντας κάθε τόσο τα ρολόγια και τα κινητά, υπολογίζοντας πόσες ώρες μάς έχουν μείνει.

Είναι τις ώρες αυτές που το σώμα πέφτει στην επικράτεια του συνειδητού σαν άγκυρα που βούλιαξε άθελά της, σαν άγκυρα που πιάνεται στον βυθό χωρίς πρόθεση. Και έτσι καθώς το σώμα είναι ολόκληρο -περισσότερο ολόκληρο από κάθε άλλη στιγμή της ημέρας- οι διαστάσεις του αλλάζουν. Μοιάζει χτισμένο από μολύβι, χωρίς κούραση, σχεδόν χωρίς φθορά. Μετατοπίζοντας τις αποστάσεις μέσα στο σκοτάδι, μικραίνοντας και μεγαλώνοντας το δωμάτιο, ορίζοντας την απόστασή σου από όλα τα αντικείμενα. Καθώς η όραση χάνεται πίσω από το μαύρο, όλα παραμένουν ορατά. Είναι το σώμα, μια αφή της διαίσθησης αυτή που τακτοποιεί τα πράγματα στις θέσεις τους. Και όσο ο ύπνος δεν σε παίρνει τα νιώθεις όλα εκεί, πιο έντονα, σαν να σε παρακολουθούν, σαν να είναι φτιαγμένα και αυτά από χρόνο και όπως ο χρόνος να σε πιέζουνε να κοιμηθείς.

Και ενώ μέσα στο ακαριαίο μιας στιγμής που όλο και επεκτείνεται εσύ αποτελείσαι αποκλειστικά από παρόν, το παρελθόν εισβάλλει. Αρχίζει να σου υπενθυμίζει διαρκώς πράγματα που αποφεύγεις, εικόνες που έκρυβες, πρόσωπα που έχουν χαθεί. Και εσύ συνομιλείς άθελά σου, σαν κάποιος που πρέπει να αποχωρήσει αλλά διαρκώς οι διάφοροι γύρω του τού ανοίγουν νέες συζητήσεις (-Πότε θα φύγουμε; Εχει ήδη πάει αργά). Οι διάφοροι χρόνοι μπλέκονται, οι αναμνήσεις διασταυρώνονται, ταυτίζονται και αποκλείονται.

Είναι ο εαυτός που από σώμα γίνεται σκέψη, ανάμνηση. Είναι ο εαυτός που σταδιακά αρχίζει και ξεδιπλώνει τα υλικά του. Με τρόπο μάλλον τυχαίο, χωρίς σκοπό ή πρόθεση. Και οι αναμνήσεις αρχίζουν να απλώνονται στο δωμάτιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που το ξενύχτι σου τοποθέτησε εκεί, πειράζουν τους διακόπτες, ανακατώνουν τα ρούχα σου, αλλάζουν θέση στα βιβλία σου.

Σύντομα η ανάμνηση γίνεται αξιολόγηση. Για τον εαυτό σου, την πορεία σου, το παρελθόν σου. Σκέφτεσαι πώς πέρασες τον χρόνο σου και ποιο το αποτέλεσμά σου. Και ύστερα νιώθεις πως έχεις χρόνο, πως ο χρόνος είναι μια έκταση απέραντη σχεδόν όσο αυτό το άγρυπνο δωμάτιο και εσύ καλείσαι να το γεμίσεις. Μετανιώνεις για πράξεις που ματαιώθηκαν, για επιλογές που δεν έκανες και μετά αρχίζεις να σχεδιάζεις σαν παιδί που προσπαθεί να μαντέψει τι θα κάνει όταν μεγαλώσει – ίσως να ξεκινήσω ρωσικά – και αν μετακομίζαμε στην εξοχή; – μήπως να ξεκινήσω μια νέα καριέρα ως μυθιστοριογράφος;

Είναι τόσο το πλήθος που συνωστίζεται ανάμεσα στα παπλώματα και τα μαξιλάρια, που πια δεν σε νοιάζει. Αναμνήσεις και αναπολήσεις του μέλλοντος, σχέδια που ακυρώθηκαν και νέα σχέδια που τώρα ξεκινούν. Και μέσα σε αυτό το χάος ξεχνιέσαι. Βυθίζεσαι μέσα στον εαυτό που είναι πια ύπνος, αποκοιμιέσαι. Το μόνο που θα έχει μείνει το πρωί από αυτή τη σταυροφορία θα είναι δυο ανεπαίσθητες ρυτίδες που το μαξιλάρι σχημάτισε για λίγο στα μαγουλά σου. Και ένα συναίσθημα πως κάτι προηγήθηκε, κάτι που δεν μπορείς να θυμηθείς.