Ο ήχος που ακούγεται τις πρώτες ημέρες του καινούργιου χρόνου είναι ο ξερός, κοφτός θόρυβος που αφήνουν τα σπιρούνια των καουμπόηδων του κόσμου. Και ο οξύς, φιδίσιος ήχος από το πλατάγισμα του μαστιγίου του πειθαναγκασμού που διαχέεται απειλητικός πάνω από τους ουρανούς της Οικουμένης.
Οι Πέρσες, μου αρέσει το όνομα, γίνονται πιο κοντινοί, συγγενείς της δικής μας ιστορικής διαχρονίας. «Baraye», ακούω τον τίτλο του τραγουδιού του Σερβίν Χατζιπούρ, του Πέρση τραγουδιστή που έγινε σύνθημα στα χείλη των εξεγερμένων Περσών/Ιρανών, τότε που σκοτώθηκε η Αμινί. Οι στίχοι πύρινοι, ένας λαός πλήρωνε ακριβά την αγάπη του για την ομορφιά, τον έρωτα, την εθνική του αξιοπρέπεια που κρυβόταν κάτω από την μπούργκα/μάσκα του θρησκευτικού φονταμενταλισμού.
Τεχεράνη, Γενάρης 2026. Για τον χορό στους δρόμους, οι εξεγερμένοι τραγουδάνε του στίχους του Χατζιπούρ. Ισως να επαναλάμβανε, από μέσα του, τους στίχους και ο Μεχντί Ταρέμι, ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού που μας προσφέρει κόκκους περσικής μαγείας. Ενας ποδοσφαιριστής που στη δική του ζυγαριά δεν βαραίνει περισσότερο το βαρύ συμβόλαιο με την ομάδα του από όσα συμβαίνουν στον τόπο του. Οι θεατές στο στάδιο του Περιστερίου τον αποθεώνουν εκστασιασμένοι. Ο ίδιος δεν τους ακούει. Το μυαλό του στους δρόμους της Τεχεράνης, εκεί που ματώνουν η καρδιά και το σώμα των Ιρανών/Περσών.
Ισως να σκέφτεται τη Ρουμπίνα, τη νεαρή φοιτήτρια που αναζητούσε το φιλί της ελευθερίας στη χώρα της. Τα όνειρά της κόπηκαν από τη σφαίρα του αυταρχισμού που έγινε δηλητηριώδες υγρό και απλώνεται σε όλο τον πλανήτη. Ισως να σκέφτεται τους γονείς της. Αναγκάστηκαν να τη θάψουν στην άκρη ενός δρόμου. Φοβούνται τα αυταρχικά καθεστώτα τους νεκρούς για την ελευθερία. Φοβούνται να μην ενώσουν τους ζωντανούς, μη γίνει το χυμένο αίμα τους σπόρος.
Η Ρουμπίνα γίνεται η εικόνα όλων, γυναικών και αντρών, που έπεσαν στους δρόμους της Τεχεράνης. Δεν ξέρω αν κάπνισε κι αυτή το τσιγάρο της ελπίδας και της αυτοδιάθεσης. Αν έφτιαξε καύτρα από την καιόμενη φωτογραφία. «Αναψε το τσιγάρο, δώσ’ μου φωτιά», ακούω τη φωνή της Καίτης Γκρέυ να διασχίζει τους αιθέρες της εξεγερμένης Τεχεράνης. Η αυστηρή μορφή του ιερωμένου στη φωτογραφία γίνεται η καιόμενη βάτος των νέων στους μεγάλους δρόμους, με την οποία ανάβουν τον φανό της δικής τους ελπίδας.
«Πού τελειώνει το τσιγάρο» αναρωτιέται ο Γιάννης Κοντός. Μήπως είναι μια αυτοπυρπόληση και μόνο; Που ταΐζει τον αιμοβόρο πολιτικό αυταρχισμό; Ετσι κι αλλιώς, οι εξεγερμένοι δεν ακούνε τους δικούς μας δισταγμούς. Ξεσηκώθηκαν από τους καναπέδες βγάζοντας τη γλώσσα με αυθάδεια στους σοβαροφανείς δυνάστες τους. Τραγουδώντας, μαζί με τον Κότσιρα, «Στο τσιγάρο που κρατώ, στον ένα μου θεό», την ελευθερία.
