ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευαγγελία Καραγιαννοπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν η εμπιστοσύνη στη γνώση και την πληροφορία που προέρχεται από το κράτος και τους θεσμούς έχει χαθεί, τότε υπάρχει ένα ζήτημα για το κατά πόσο κανείς μπορεί στο μέλλον να επωφεληθεί από τις όποιες δυνατότητες υπάρχουν γύρω του προκειμένου να βελτιώσει τη ζωή του. Η απώλεια της εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο με όρους πολιτικής τη διαρραγή της σχέσης με τους θεσμούς, αλλά και με όρους ψυχικούς υπονομεύει την ανάπτυξη και την ευημερία των πολιτών, καθώς η πρόσληψη καθίσταται τοξική – μη σχετική. Η πληροφορία που επικοινωνείται από το κράτος δεν θεωρείται έγκυρη για τον πολίτη που έχει βιώσει αποκλεισμό και υποτίμηση καθώς η εμπειρία ενός κράτους που δεν κατανοεί τις ανάγκες των πολιτών καταργεί τη σχέση μαζί του. Ετσι, η όποια πληροφορία προέρχεται από επίσημους φορείς θεωρείται από τους πολίτες ότι δεν τους αφορά και απορρίπτεται.

Η απώλεια της εμπιστοσύνης δημιουργεί επιφυλακτικότητα και απόσταση από ό,τι δεν εμπιστεύεται κανείς αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί τη συνθήκη να σχετιστεί με ευπιστία (να συνταχθεί με αφέλεια, χωρίς κριτική θεώρηση της ποιότητας της πληροφορίας) με πηγές πληροφοριών ή παροχών ως απάντηση στην ανάγκη του να αναγνωριστούν «οι δικές του ανάγκες» από κάποιον άλλο. Αυτό καθίσταται μείζον ζήτημα στο πλαίσιο των κοινωνικών ανισοτήτων κυρίως για ευάλωτες ομάδες οι οποίες έχουν φτωχές ή αδύναμες εσωτερικές αναπαραστάσεις ενός κράτους που φροντίζει και κατανοεί τις ανάγκες τους.

Ταυτόχρονα κυριαρχεί η εμπειρία ενός κράτους που λειτουργεί εντός ενός καθεστώτος ικανοποίησης των ιδίων του αναγκών με όρους αυτοαναφορικότητας και αναπόδραστα εξυπηρέτησης συγκεκριμένων ομάδων εξουσίας. Δυστυχώς σήμερα αυτή η βιωμένη εμπειρία έχει καταστεί σχεδόν κυρίαρχη σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Η αίσθηση του αποκλεισμού δεν δημιουργεί μόνο δυσπιστία και απομάκρυνση από τη σχέση του πολίτη με το κράτος, αλλά και τον κίνδυνο αναζήτησης ανακουφιστικών μαγικών λύσεων που ίσως προσφέρονται σε διάφορα σχήματα και ομάδες.

Η αίσθηση του κράτους που δεν «απευθύνεται σε μένα» εντείνει την αναζήτηση «μαγικών» λύσεων ή ατομικών λύσεων καθώς πρόκειται για έναν «νου κενό αναπαραστάσεων» ενός κράτους που κατανοεί και φροντίζει, ενώ η σημασία να αναγνωριστούν «οι ανάγκες μου ως πολίτη» παραμένει πρωταρχική.

Οσο, λοιπόν, η δυσπιστία εντείνεται, τόσο πιο πιθανό γίνεται να διαμορφώνονται συγκεκριμένοι τρόποι σκέψης, νοητικοί σχηματισμοί που εδράζονται στη δυσπιστία και την απομάκρυνση από το κράτος και τους θεσμούς, ενώ η ευπιστία αποτελεί προσαρμοστική λύση σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον που παγιώνεται στον χρόνο (ήδη έχουν περάσει αρκετά χρόνια καθεστωτικής διακυβέρνησης). Αυτή η παγίωση καθιστά άμεσα αναγκαίες όχι μόνο ισχυρές επανορθωτικές εμπειρίες αλλά εμπειρίες με διάρκεια και σταθερότητα προκειμένου να καταστεί δυνατή η εμπιστοσύνη σε μια νέα πολιτική συνθήκη η οποία θα επιτρέψει να επωφεληθεί κανείς από τις όποιες πρόνοιες παρέχει ένα νέο κράτος φροντιστικό για τους πολίτες.

Σε μια διεθνή πραγματικότητα πολλαπλών κρίσεων είναι εξαιρετικά δύσκολο η όποια πολιτικά επόμενη στιγμή να προσφέρει διορθωτικές πρωτοβουλίες που θα καταστούν εύκολα «αρκετά καλές», καθώς η βαθιά δυσπιστία έχει ανατρέψει όχι μόνο την όποια σχέση εμπιστοσύνης θα μπορούσε να έχει ένας πολίτης με το κράτος αλλά και έχει υπονομεύσει την «προγραμματισμένη» για την ανθρώπινη κατάσταση ικανότητά μας να σκεφτόμαστε γι’ αυτό που συμβαίνει.

Η δυσπιστία συχνά οδηγεί σε μια νοητική συνθήκη στην οποία κανείς «δεν θέλει να ξέρει» και συχνά κάποιοι από μας «ξέρουμε ότι δεν θέλουμε να ξέρουμε», καθώς δεν αντέχουμε να εκτεθούμε ψυχικά περισσότερο σε μια τόσο επιθετική συνθήκη. Αυτή η στιγμή μοιάζει να μην είναι μόνο μια κρίσιμη στιγμή πολιτικά αλλά είναι και μια στιγμή κρίσιμη για την ανθρώπινη σκέψη και άρα για την ανθρώπινη κατάσταση στην οποία το πολιτικό συνομιλεί με το ψυχικό, αναπόφευκτα άλλωστε.

Αν κάτι έχουμε ανάγκη σε αυτό το στιγμιότυπο ίσως είναι η κατανόηση και η νοηματοδότηση της εμπειρίας, το πέρασμα από τις «σκέψεις» που ξεπηδάνε από την εμπειρία που με δυσκολία μπορούμε να σκεφτούμε (ο μεγάλος ψυχικός πόνος δεν επιτρέπει τη γνωστική επεξεργασία) στη συνεκτική σκέψη που οδηγεί σε «ρεαλιστικές λύσεις σε επαφή με τη βιωμένη εμπειρία». Μοιάζει να έχει σημασία να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να μπορέσουμε να σκεφτούμε με έναν νου όχι σε απομόνωση ή σε μια ιδιότυπη ιδιωτικότητα, αλλά με έναν νου ανοιχτό στη διερεύνηση της εμπειρίας που επιτρέπει την κατανόηση των κοινωνικών επιταγών. Αυτή τη στιγμή ίσως έχει σημασία εκείνο το πλαίσιο που θα νοηματοδοτήσει και θα μεταβολίσει αυτό που διακινείται ψυχικά στον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Οχι γιατί το πλαίσιο θα φέρει τη μαγική λύση αλλά γιατί ένα πλαίσιο αξιόπιστο και διαθέσιμο/ανοιχτό, που προσφέρει κατανοήσεις και προτάσεις που συνομιλούν με τις ανάγκες των πολιτών, μπορεί να επιτρέψει μια μετάβαση.

Είναι δυνατόν να δημιουργήσει τη δυναμική της μετακίνησης από τη συνθήκη της ιδιώτευσης στη συνθήκη «με αφορά-απευθύνεται σε μένα», επιτρέποντας έτσι τη συγκρότηση μιας έστω και «ελλιπούς» συλλογικότητας. Αν η «απεύθυνση» στη συνομιλία δημιουργεί συνθήκες αναγνώρισης του πολίτη και επιτρέπει τη σκέψη για την εμπειρία τότε δημιουργεί μεγαλύτερη αντοχή στη δυσκολία, όχι για να υπομείνει κανείς τη συνθήκη αλλά για να σκεφτεί για την ανατροπή της. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αυτή η ικανότητα σκέψης, που θα μετατρέψει την απομόνωση σε πράξη, τον αποκλεισμό σε αίτημα και την εκδραμάτιση σε κατανόηση, αφορά μια αρνητική ψυχική ικανότητα αντοχής στη ματαίωση, καθοριστική για τη σκέψη για τη βιωμένη εμπειρία, που θα μπορέσει να «δημιουργήσει» την επόμενη μέρα, όχι μαγικά αλλά με τρόπο που η αντοχή στο λιγότερο καλό θα δημιουργήσει τη συνθήκη για το «αρκετά καλό»…

*Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – επίτιμη καθηγήτρια στο University College London, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς