Ναι, ένα καλό παράδειγμα σύγχρονης (και μάλιστα εντελώς σύγχρονης) ελληνικής θεατρικής γραφής. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Βασίλης Μαγουλιώτης παραδίδει, με το ψευδώνυμο «Suyako» (που, όπως μαθαίνω, προέρχεται από έναν παππού του στην Καρδίτσα, αν κι έτσι δοσμένο θυμίζει περισσότερο «tag»), τη «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», στο θέατρο της πλατείας Βάθη, σε ένα ύφος παραβολής ή –όπως θα το έβλεπε κανείς– σαν ένα καλυμμένο τρολάρισμα. Δεν διαδραματίζεται στην Ελλάδα αλλά στην Αργεντινή· ο τίτλος, άλλωστε, ταιριάζει σε κάποιο φευγάτο graphic novel του εξωτερικού, ενώ τα ονόματα, οι χρονολογίες και οι γενικότερες πολιτικές συνθήκες παραπέμπουν πρωτίστως σε μια γνωστή, αλλά πολύ μακρινή χώρα.
Και όμως, ό,τι λέει αυτό το θεατρικό κινείται φανερά σε «δικά μας» λημέρια –τόσο συγκεκριμένοι και προφανείς είναι οι φορείς πολιτισμού που υπαινίσσεται και τόσο οικείες, σχεδόν αναμενόμενες, οι συνθήκες εξάρτησης των ντόπιων δημιουργών, ώστε καταλήγει να αναδεικνύει, δι’ αντιπροσώπου και εξ ανακλάσεως, ένα απολύτως αισθητό και καυτό ζήτημα των δικών μας ημερών και, κυρίως, των δικών μας κόσμων. Συγκεκριμένα, μιλά για την ψευδεπίγραφη ελευθερία των νέων δημιουργών και τη βελούδινη, αλλά υπαρκτή, εξάρτησή τους από τα ισχυρά και δραστήρια κέντρα παραγωγής πολιτισμού της τελευταίας εικοσαετίας.
Παγκοσμιοποίηση
Αυτό είναι, λοιπόν, το βασικό θέμα της συζήτησης. Μα λίγο παρακάτω το ίδιο έργο θέτει ακόμη ένα ζήτημα –ίσως αυτή τη φορά άθελά του. Το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης των δικτύων ή, εν πάση περιπτώσει, των συνθηκών παραγωγής ενός έργου τέχνης. Είναι πλέον φανερό πως ό,τι συμβαίνει σε ένα μέρος του πλανήτη μοιάζει να εκπροσωπεί, τρόπον τινά, το σύνολο των καλλιτεχνών διεθνώς. Κι έτσι καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: ένας διεθνοποιημένος (κατ’ όνομα ή, μάλλον, σύμφωνα με την υπογραφή του) Ελληνας καλλιτέχνης γράφει ένα έργο που αφορά όχι μόνο τη χώρα προέλευσής του, ούτε απλώς την «Αργεντινή» (τον επιλεγμένο τόπο του δράματος) αλλά όλους τους καλλιτέχνες, παντού.
Αυτή η διεθνική αντίληψη είναι το πρώτο που θέλω να σημειώσω για το έργο του Suyako. Και δεν είναι διόλου μικρό.
Η υπόθεση: Ενας καλλιτέχνης, φτασμένος και πλατιά αναγνωρισμένος στην Αργεντινή χάρη στο παλιό και ένδοξο αντικαθεστωτικό έργο και τη δράση του, αναλαμβάνει εργολαβικά την τελετή εγκαινίων ενός νεοπαγούς πολιτισμικού υπεριδρύματος, χρηματοδοτούμενου από το καταπίστευμα που άφησε πίσω του ένας εφοπλιστής. Με αυτό τον τρόπο το ίδρυμα θέλει να δείξει ότι διεκδικεί το κέντρο του ενδιαφέροντος γύρω από την πρωτοπορία, ότι επιθυμεί να γίνει η θεσμική εστία κάθε ανήσυχου και «αντιδραστικού» καλλιτέχνη της χώρας. Κι όλα αυτά, βέβαια, με χρήματα από τις πετρελαϊκές μπίζνες μιας μακρινής εταιρείας, της οποίας το ίδρυμα αποτελεί κάτι σαν «αγνό» πολιτιστικό βραχίονα.
Συνηθισμένα πράγματα, θα μου πείτε: τόσο γνωστά μας και τόσο μυστηριωδώς αόρατα… Ας μην ξαφνιαστεί ο Suyako αν μάθει πως ό,τι επισημαίνει στο έργο του δεν αποτελεί παρά κοινό μυστικό στις περιοχές της τέχνης από την εποχή της «Κρήνης» του Ντισάν. Και γιατί μόνο της τέχνης, εδώ που τα λέμε; Δεν κάνει πάντα καλό να αναρωτιόμαστε από πού ξεκινούν τα χρήματα που στηρίζουν τα όνειρά μας. Γιατί αν το κάνεις –και το εννοείς– οφείλεις να υποστείς τις συνέπειες: ή να παρατήσεις τα όνειρα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) ή να σιχαθείς τον εαυτό σου. Αυτό το δεύτερο έχει πάθει ο ήρωας του αντιδικτατορικού αγώνα και της στρατευμένης τέχνης, ο οποίος, ό,τι δεν έχασε επί χούντας (τη συνείδησή του) βλέπει πως κινδυνεύει να το χάσει επί νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας. Το πλυμένο πρόσωπο του καπιταλισμού του προτείνει μια δουλειά που δεν του ζητά τίποτε λιγότερο από το να αρνηθεί τον παλιό του εαυτό, χωρίς καν να προλάβει να φτιάξει έναν νέο. Κι αυτός θα κινηθεί μπροστά, προς το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Οχι της ζωής του, σύμφωνα, όπως πάντα, με την τιμή και την πεποίθησή του. Δεν μαρτυρώ την εξέλιξη, γιατί το έργο, εκτός των άλλων, κρύβει και μια ανατροπή αλλά και ένα δίλημμα…
Αντιδράσεις
Το εντυπωσιακό, πάντως, σε όλα αυτά είναι πως διαγράφουν έναν αγώνα εξαρχής χαμένο. Γιατί εκεί όπου κάθε αντικαθεστωτική σκέψη βρίσκει τα όριά της, είναι στην αδυναμία της να προβλέψει την ευελιξία του καθεστώτος να απορροφά, να εγκολπώνεται και να αξιοποιεί ακόμη και τις εναντίον του αντιδράσεις. Αυτοί οι θεσμοί δεν είναι παρά τεράστιοι παιδότοποι, όπου οι καλλιτέχνες μπορούν με ασφάλεια να εκτονωθούν, αναπηδώντας όσο θέλουν στα ηχομονωτικά τους δωμάτια. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα λέει η «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» δεν είναι αληθινά ενοχλητικά για όλους μας. Δεν ξέρω αν μπορούν να οδηγήσουν σε κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη συγκατάβαση ή κάποια περιστασιακή ανησυχία, μα είναι παρήγορο να βλέπουμε πως υπάρχει ακόμη εκείνο το βλέμμα που μπορεί να διακρίνει τη βολεμένη κατάσταση και να τη στηλιτεύσει.
Μα δεν θέλω να τελειώσω αυτό το σχόλιο χωρίς να αναφέρω κάτι άλλο, σημαντικότερο –όπως πιστεύω– ακόμη και από την εξάρτηση της τέχνης που το έργο θίγει. Ας πω εξαρχής ότι το εάν το έργο σατιρίζει κάποιους θεσμούς, δεν είναι καν ζήτημα που με αφορά· ο ίδιος ο συγγραφέας είναι, πριν από καθετί άλλο, θύμα της δικής του σάτιρας –έχει, εξάλλου, συνεργαστεί κατά καιρούς με «θεσμούς»– και αν υπάρχει κάποιος που αυτοτρολάρεται εδώ, δεν είναι παρά ο Βασίλης Μαγουλιώτης διά του Suyako.
Αλλά λίγο να σκάψουμε παρακάτω, βρίσκουμε κάτι άλλο: την εξαιρετική του ικανότητα να μεταφέρει τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, τον θαυμάσιο διάλογο, την καταπιεσμένη ευαισθησία που ξετρυπώνει μέσα από τις ρωγμές. Θεωρώ προσωπικά τον διάλογο του Χούλιο με τον πατέρα του (έναν αντιστασιακό της «προηγούμενης γενιάς») από τα ωραιότερα και συγκινητικότερα κείμενα που έχω ακούσει στο θέατρό μας. Και το ίδιο το πρόσωπο του Χούλιο, χαμένο στις διαδρομές του, ένας Εξαρχειώτης στην Ομόνοια, αξίζει να μελετηθεί ξανά και ξανά, για το βάθος και την ουσία του. Το λέω καθαρά: Οσο κι αν ο Suyako ζητά να σταθεί στο περιθώριο, η θέση του είναι στο κέντρο της προσοχής μας.
Είναι μαζί και μια εξαιρετικά στημένη παράσταση: χαλαρή και ανεπιτήδευτη, νεανική και δυναμική, στρωμένη πάνω στο κείμενο αλλά και με μια δική της, αυτόνομη θεατρικότητα. Ο Δημήτρης Δρόσος είναι συγκλονιστικός στον ρόλο του Χούλιο· δύσκολα τον διακρίνεις από τον ρόλο, ιδίως όταν διαφαίνεται η βαθιά του μοναξιά. Εντυπωσιάστηκα και από τη Μαρία Αποστολακέα (τόσο ως executive διευθύντρια του ιδρύματος όσο και πίσω από τη μάσκα του βετεράνου αντιστασιακού πατέρα) και την υποκριτική προσωπικότητά της. Η Μελίνα Πολυζώνη, ο Αρης Μπαλής και ο Μικές Γλύκας (που υπογράφει και τη μουσική) εκπροσωπούν την ανήσυχη νεολαία –νότα αγωνιστικής αισιοδοξίας ή απλώς νεανικής αφέλειας;– και οι ρόλοι τους, αν και κάπως βοηθητικοί, λειτουργούν αρμονικά μέσα στο σύνολο. Λειτουργικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου, όπως και οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη.
Μια παράσταση που δικαιώνει όσους πιστεύουν ότι το σύγχρονο ελληνικό θέατρο μπορεί ακόμη να παράγει έργα με πυρήνα, τόλμη και διεθνή προοπτική.
