ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μερικές φορές δύσκολο να ερμηνεύσεις τον Θανάση Τριαρίδη. Γιατί σε κάποια έργα του σου δίνει την εντύπωση πως δεν γράφει σε έναν λογικό άξονα, δεν αποσκοπεί σε σαφές νόημα, ούτε αναπτύσσει μια σταθερή ιδέα. Ξεκινά περισσότερο από μια ριπή της έμπνευσης, ένα ρίγος της ύπαρξης, Και κοιτάει ένα κομμάτι από το σκοτεινό βάθος της θάλασσας που ανέβηκε προσωρινά στην επιφάνεια. Καταθέτει έτσι την προσωπική του ιχνηλασία στο αόρατο με ένα έργο «ποιητικό» μα για ό,τι η συμβατική γλώσσα αρνείται να μιλήσει.

Παρά την εντυπωσιακή παραγωγή του -που τον έχει ήδη καθιερώσει, μαζί με τον Δημητριάδη ως τον πιο πολυπαιγμένο σήμερα Ελληνα θεατρικό συγγραφέα-, ο ίδιος διστάζει κάποτε να θεωρήσει τον εαυτό του «θεατρικό». Και σε έναν βαθμό έχει δίκιο: έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στο θέατρό μας οικείες καταστάσεις, αναγνωρίσιμα πρόσωπα, ασφαλείς ταυτίσεις. Αντίθετα, σε έργα σαν το «Lacrimosa ή το απέπρωτο», τίποτα δεν είναι γνώριμο ή καθησυχαστικό. Πρόκειται μάλλον για απόπειρα να μεταφερθεί στη σκηνή η αισθαντικότητα της μουσικής. Κι όπως η μουσική εκφράζει μυστικά και μύχια όσα η γλώσσα αδυνατεί να πει, έτσι και το έργο αυτό μας οδηγεί πίσω από τις λέξεις, πέρα από τα στολίδια της όψης, κατευθείαν στη «Σχισμή». Στην επικράτεια του μαγικού αντίλαλου που αφήνει πίσω της η βοή αυτού του κόσμου.

Τελετουργία

Είπαμε, είναι δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτά… Το έργο στηρίζεται σε ένα από τα αρχέγονα σχήματα του θεάτρου, στο πιο βαθιά ριζωμένο στην ιστορική του μνήμη: Στο σχήμα της επανάληψης ή αλλιώς της τελετουργίας. Εκεί όπου η αρχή και το τέλος συναντιούνται και σχηματίζουν κύκλο. Κύκλο που άλλοτε προστατεύει από τους κινδύνους τού έξω κόσμου, άλλοτε διανοίγει διέξοδο φυγής από τη σκληρή πραγματικότητα. Κι άλλοτε γίνεται ασφυκτικός σαν φυλακή ενοχών και τραυμάτων, σαν ψυχαναγκαστική επιστροφή στο τραυματικό παρελθόν.

Σε αυτόν τον κύκλο κινούνται οι δύο μορφές του έργου, πρόσωπα που μοιάζουν να έρχονται από τις ρωγμές της Αναγνωστάκη ή τα όνειρα της Λυμπεράκη. Είναι αρχικά δύο παιδιά που έχασαν κάποτε τους γονείς τους κατά τη διάρκεια -ασφαλώς- του θερινού ηλιοστασίου σε μια ποιητική απόδραση των τελευταίων από την πραγματικότητα… Στο έργο υπάρχει και μια υπόγεια αριθμολογία. Τα δύο αδέλφια, δύο «μονάδες» πλάι πλάι, σχηματίζουν αρχικά το 11. Εμειναν μόνα στα 11 τους χρόνια – κι αυτό συνέβη 11 χρόνια πριν. Σήμερα, στην πολλοστή τελετουργική τους απόπειρα να επαναφέρουν τους γονείς, συμπληρώνουν πια τα 22. Ο καθένας τους κουβαλά πλέον μέσα του τη «δυάδα»: τον αδελφό ή την αδελφή του, τον πατέρα, τη μητέρα, το φάντασμα του ίδιου του εαυτού του.

Γρίφος

Η τελετή που επιχειρούν σκοπό έχει να λύσει τον καταγεγραμμένο σε κάποιο τετράδιο γρίφο της μητέρας τους και να σπάσει το περίγραμμα του κύκλου που τα ορίζει και τα κρατά φυλακισμένα. Ζητούν να υπερβούν το κατώφλι, τη «Σχισμή», όπου πιστεύουν πως χάθηκαν οι γονείς τους. Μόνο που αυτή η τελετή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Διακόπτεται διαρκώς από τις μεταβάσεις ρόλων. Τα παιδιά γίνονται γονείς και οι γονείς πάλι παιδιά. Η ταυτότητα καταρρέει. Οπως στον Μπέκετ, οι χαρακτήρες παλινδρομούν σε μια επαναληπτική δίνη που ακυρώνει κάθε βεβαιότητα. Επιτελούν την τελετή τα παιδιά ή οι νεκραναστημένοι γονείς; Και ποιος βρίσκεται άραγε ένα βήμα μπροστά; Κανείς. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται όχι για να λυτρώσει, αλλά για να παρηγορήσει, να αποπλανήσει ή να εγκλωβίσει.

Μα όπως κάθε κύκλος που επιμένει, δεν μένει επίπεδος· Μετατρέπεται σε κοχλία, βαθαίνει, διεισδύει. Από ένα αρχικό τελετουργικό γεγονός, που μπορεί ακόμη να παρασταθεί μπροστά μας, το δράμα εισχωρεί σε όλο και πιο σκοτεινά έγκατα: ενοχές θαμμένες, τραύματα ανεξιλέωτα, επιθυμίες ανομολόγητες. Αναδύονται από το βάθος τα πιο απωθημένα ένστικτα, οι πιο επικίνδυνες σκέψεις, οι πιο ακραίες «πράξεις»: αιμομιξία, πατροκτονία, μητροκτονία, παιδοκτονία. Η ανθρώπινη φύση χωρίς το προσωπείο της, χωρίς θεραπείες ή πολιτισμικά άλλοθι.

Αφήγημα

Σε κάθε περιστροφή του κύκλου, κάθε νέα μετάπτωση από τον έναν ρόλο στον άλλον, κάτι καινούργιο εμφανίζεται· μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη ρωγμή στο τελετουργικό. Τέτοια είναι η ανάμνηση ενός παραμυθιού που τους είχε αφηγηθεί κάποτε η μητέρα για τη μάγισσα «La Crimosa» – κι εδώ ο Τριαρίδης δείχνει ξανά πόσο δεξιοτέχνης παραμυθάς είναι. Μια μάγισσα που έθρεψε με τα δάκρυά της ολόκληρο χωριό, ώσπου την καταβρόχθισαν οι αρουραίοι. Ενα αφήγημα σκληρό και τρυφερό μαζί, που όμως μιλάει και για κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: Για τη δύναμη του ανθρώπου να υπερβαίνει τον θρήνο και την έκπτωση μέσα από τη φαντασία και την ποίηση, τη μαγεία και την τέχνη. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να θυμηθεί ένα παραμύθι και ολοκληρώνοντάς το να ολοκληρώσει τον εαυτό του. Μπορεί έτσι να περάσει από την άλλη μεριά του κύκλου, μέσα από τη Σχισμή, όχι επαναλαμβάνοντας μια ακόμη φορά την ίδια τελετή, αλλά επιτελώντας επιτέλους την τελετή του «Απέπρωτου»: εκείνου που δεν προσδοκούνταν αλλά συνέβη. Ιδού η συμβολική υπέρβαση που ανοίγει μια χαραμάδα προς την ελευθερία, την πληρότητα, τη σωτηρία.

Είχαμε ξανασυναντήσει πριν από χρόνια το μεταφυσικό έργο του Τριαρίδη, μα η πρόσφατη επιστροφή του στη σκηνή μας τράβηξε το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή. Κι ο λόγος φανερός: ο Χρήστος Καρασαββίδης, ο οποίος υπογράφει και τη δραματουργική επεξεργασία μαζί με τη Δανάη Δημοπούλου, καθώς και τη μουσική επιμέλεια, το ανέβασε με μια προσωπική, οξυδερκή και εξαιρετικά γόνιμη σκηνοθετική ματιά, που συνομίλησε δημιουργικά με το ποιητικό υπόστρωμα του έργου. Ο Καρασαββίδης προσεγγίζει το έργο ως σχισμή της πραγματικότητας, ρωγμή που ανοίγει για να φανερώσει το Αλλο. Γι’ αυτό κιόλας αντί να παραστήσει «εικονικά» το Σχίσμα (όπως εύλογα θα περίμενε κάποιος από τη δραματουργική επιταγή του συγγραφέα), επέλεξε να το δείξει εννοιολογικά: προβάλλοντας στο βάθος της σκηνής σε βίντεο τη διανομή της παράστασης σαν μεταθεατρικό σχόλιο με το οποίο η πραγματικότητα εισβάλλει στην τελετουργία.

Η σκηνοθεσία δεν διστάζει να αφήσει να περάσει κάτι από τον τρόμο του Αρτώ στο συλλογικό ασυνείδητο του θεατή: υπόγειος τριγμός, ψυχική ανατριχίλα που δεν γνωρίζεις αν προέρχεται από το έργο ή το σώμα σου. Η σκηνή όπου η κόρη ισορροπεί στον εξώστη είναι από τις πιο δυνατές της φετινής θεατρικής σεζόν. Και η απόφαση να καταλήξει το έργο στην πυρά σε μια τελετουργία πυρπολισμού του παρελθόντος -ώστε το πέρασμα στη Σχισμή να συνοδευτεί από την αυτοθυσία τού «πριν» για να γεννηθεί ένας άλλος άνθρωπος- αποτελεί μία από τις πιο εύστοχες δραματουργικές επιλογές της παράστασης.

Η σκηνογραφία του Στέφανου Λώλου χτίζει έναν διπλό τόπο. Από τη μια τον αρχέγονο χώρο της κυκλικής σύναξης: στάχια, θερισμός, αλώνι, μια υπόγεια μνήμη ελληνικής τραγικής τελεστικότητας (με έναν απόηχο ίσως της περίφημης «Αντιγόνης» του Βογιατζή)· Κι από την άλλη το σαλόνι της αστικής κατοικίας, όπου τα οικεία αντικείμενα αποκτούν παράδοξο βάρος. Ενας τόπος δίσημος, διχασμένος ανάμεσα στο πριν και το μετά του κόσμου.

Πειθαρχία

Οι Κάτια Νεκταρίου και Βασίλης Τριανταφύλλου εναλλάσσουν με απόλυτη πειθαρχία σώματος και βλέμματος τους ρόλους τους. Μεταβαίνουν από την αθωότητα στην ενοχή, από την τρυφερότητα στη σκληρότητα, από το παιδί στον γονιό. Είναι ένα ζωντανό Γιν και Γιανγκ, μια συνεχής περιστροφή που δεν σταθεροποιείται ποτέ. Κι αυτός ο ερωτισμός τους, που στην αρχή αναβλύζει σχεδόν ντροπαλά, σταδιακά υψώνεται, βαθαίνει και στο τέλος κυριαρχεί σαν Ερως σωτηριολογικός, δηλαδή Αγάπη.

Το «Lacrimosa» είναι ασφαλώς μια απαιτητική παράσταση. Μα παραδόξως δεν απαιτεί παρά μία και μόνη συνθήκη. Να αφεθούμε στο ποιητικό της τοπίο. Η ανταμοιβή έρχεται σαν αναγνώριση ότι η «Σχισμή» -η πύλη προς την άλλη πραγματικότητα- αφορά εμάς, το ίδιο το ρήγμα της ταυτότητάς μας.

Κι εκεί, στην αποδοχή αυτής της ρωγμής, ξεκινά ίσως για πρώτη φορά η δική μας σωτηρία.