Το αποφασίσαμε. Να κατεβούμε στον Χρούσια, που στη συνέχεια ονομάζεται Καλαρρύτικος, και αντάμα καταλήγουν στην αγκαλιά του Αραχθου, το ποτάμι που ορίζει τα δυτικά σύνορα των Τζουμέρκων. Βρισκόμαστε στο Συρράκο για τη 10η διοργάνωση του Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου. Μια επέτειος για όλους μας. Καλό το συνεδριακό κέντρο και οι επιστημονικές εργασίες απαραίτητες. Ομως, χωρίς το βίωμα λείπει ένα μεγάλο κομμάτι της εμπειρίας.
Είχα χρόνια να κατεβώ, την πρώτη έφτασα, αρκετά πριν ώς τους Καλαρρύτες με τα πόδια κατεβαίνοντας κι ανεβαίνοντας τη σκάλα με κομμένη την ανάσα. Θυμήθηκα τότε τον Γιώργο Κοτζιούλα που ένιωθε περιδεής μπρος στην ατάραχη, ζαλικωμένη γυναίκα που ήταν συμφιλιωμένη με τον τόπο, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1940. Είχε τον ρυθμό του τόπου στο κορμί της. Αρρυθμοι και άνιωθοι είναι πολλοί κάτοικοι του κάμπου που ανεβαίνουν στα βουνά για να τα καθυποτάξουν με τα λεφτά και τον ναρκισσισμό της τεχνολογικής δύναμης.
Από το Συρράκο στους Καλαρρύτες, μια σχέση γειτνίασης και αντίθεσης. Μοιράζονται την ίδια στρεβλή αντίληψη για τον ιστορικό χρόνο. Από Σεράκο Συρράκο και από Καλαρίτες Καλαρρύτες. Ντράπηκαν οι λέξεις το παρελθόν τους, πρόσθεσαν τα ύψιλον και τα διπλά «ρο», να αποκτήσουν λίγη αίγλη και ένα δικαίωμα στην αναγνώριση της ιστορικής εντοπιότητάς τους.
Το μονοπάτι προς τον Χρούσια είναι απολαυστικό. Σε ένα σκαλοπάτι ένα λουλούδι. Μοιάζει με καμπανέλα. Σκύβω να το κόψω, το μετανιώνω. Το αφήνω να κλείσει τον κύκλο του στον τόπο που το γέννησε. Ακουμπάω σε ένα δέντρο, πλάτανος είναι. Μια ριπή αέρα σκουπίζει τον κρύο ιδρώτα που με έλουσε – και το αίσθημα ενοχής. Δάσκαλε που δίδασκες. Ανακάλυπτα κι εγώ μια κατακτητική πλευρά στον τρόπο που έβλεπα τον τόπο. Εξις δευτέρα φύσις, λέγανε οι παλιοί.
Εξω από το μονοπάτι λιμπίζομαι τα κράνα, έχουν αρχίσει να ωριμάζουν. Θα μπορούσαν να γίνουν λικέρ, φημίζονται γι’ αυτό. Ομως, αποδιώχνω τη σκέψη, δεν θέλω να ξεστρατίσω. Πώς να πείσω μετά τον Φοίβο να μην κάνει επικίνδυνες επιλογές. Αλλά και πάλι πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται συντηρητικά. Μάλλον ο Φοίβος έχει την ορμή της νιότης του, να κορφολογήσει εμπειρίες.
Ομως, ο τόπος είναι μαγευτικός. Η Γεωργία κατεβαίνει προσεκτικά. Συχνά σταματάει για βαθιές ανάσες. Θέλω να ακούσω την εξαίσια μουσική του νερού καθώς πέφτει πάνω στα κοτρόνια. Λέει λαχανιαστά. Δεν έχει άδικο. Ενας άλλος κόσμος, στιγμές που γεμίζουν τον επισκέπτη αισθήματα. Λόγοι για να ζει κανείς, να νιώθει κομμάτι της φύσης.
Κατεβαίνουμε στον Χρούσια. Ηχοι και μυρουδιές ανταμώνουν. Παρακολουθώ το νερό να χάνεται. Λίγο μετά θα γίνει καταρράκτης στην Κουιάσα και ο Καλαρρύτικος θα πάρει τη σκυτάλη. Εκείνη την ώρα μοιάζουν τόσο μίζερες οι διαφορές των ανθρώπων.
