ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φώντας Λάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θέατρο δρόμου. Ενα είδος δοκιμασμένο. Σε όλες τις εποχές, τις χώρες και τους λαούς. Ας θυμηθούμε τα λαϊκά δρώμενα, τις ζακυνθινές Ομιλίες, τα τόσα έθιμα αυτού του είδους που έρχονται μέσ’ απ’ τους αιώνες αλλά και κάποιες από τις δράσεις της σοβιετικής «αγκιτπρόπ».

Ας πάμε εκεί όπου το κοινό μάς περιμένει. Ή -μάλλον- εκεί που δεν μας περιμένει. Οπου το σκηνικό προϋπάρχει. Κι όπου οι θεατές είναι επίσης κομπάρσοι. Και -από μια άποψη- πρωταγωνιστές.

Ας αναπαραστήσουμε κάτι «που θα μπορούσε να έχει γίνει στον δρόμο». Με τη βοήθεια μιας δραματικής σκηνής, ενός σατιρικού διαλόγου, κάποιων τραγουδιών. Κάθε τόσο, κάποιοι το επιχειρούν.

Ας το επιχειρήσουμε, μια φορά ακόμα*, κι εμείς. Ας αποδώσουμε πάλι το θέατρο στον φυσικό του χώρο.

Αύγουστος 2025

Τα πρόσωπα του έργου

ΕΚΕΙΝΟΣ, 65-70 ετών, χωρισμένος, μένει μόνος του σ’ ένα μεγάλο, ιδιόκτητο σπίτι.
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ, 30-35 ετών. Παντρεμένος.
ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ, 25-35 ετών, μιλάει σπαστά ελληνικά, σαν Ελληνοαμερικάνος.
Α’ ΞΕΝΗ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ, 25-30 ετών.
Β’ ΞΕΝΗ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ, 35-40 ετών.

[Στην είσοδο ή σε ένα άλλο σημείο μιας λαϊκής αγοράς. Ανάμεσα στον κόσμο που μπαίνει ή βγαίνει με το καροτσάκι του ή τις σακούλες με τα ψώνια, ένας νέος άντρας σκοντάφτει επάνω σ’ έναν ηλικιωμένο. Αυτός ξαφνιάζεται]

ΕΚΕΙΝΟΣ: Σιγάαα! (…) Ελα, ρε Αντώνη! Με τρόμαξες! Πού βρέθηκες εσύ εδώ;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ελα, ρε πατέρα, μισό λεπτό, πάμε πίσω σπίτι τώρα που σε πέτυχα. Να συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Δώσ’ το καροτσάκι εδώ. Τα πήρες όλα; [Του παίρνει από το χέρι ένα χαρτάκι, τον κατάλογο] Τι θες ακόμα; Βλίτα; Μπανάνες; Πήρες αυγά;

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Με απορία] Δεν μπορούσες να κάνεις ένα τηλέφωνο; [Το τονίζει] Εεενα τηλέφωνο!…

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Να παίρνουμε τηλέφωνο να δούμε τον πατέρα μας! Κατάλαβες;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Ναι, ένα τηλέφωνο! [Μετά από λίγο] Αν είχα δουλειά; Αν ήμουν στο προποτζίδικο;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ελα, ρε πατέρα. [Εχει τραβήξει προς το μέρος του το καροτσάκι] Ωραία δουλειά!… Στο προποτζίδικο!

ΕΚΕΙΝΟΣ: Τι άλλο να κάνω; Να βλέπω σε επανάληψη τη Γιουροβίζιον;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Με την ευκαιρία που μιλάμε για το ΠΡΟΠΟ, για λέγε, ρε πατέρα, έχεις καμιά πληροφορία για κάνα «σαπάκι», να σκάσει η «μπόμπα» και να πιάσουμε την καλή;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Ναι!… Θα κάτσω τώρα να σου πω εδώ τι πληροφορίες έχω, αν έχω, για κάποιο άλογο. [Στιγμιαία παύση] Τουλάχιστον παλιά πηγαίναμε και στον Ιππόδρομο, όταν ήταν στο Φάληρο. Τώρα τα πήρε όλα ο Νιάρχος. [Κάπως εμπιστευτικά] Οταν ζούσαν αυτοί οι δυο, ποτέ τους δεν μονοιάζαν. Ο Νιάρχος και ο Ωνάσης, ντε. Τώρα μας έχουν βάλει στη μέση και έχουν αναλάβει [το τονίζει] τον εκ-πο-λι-τι-σμό μας. Στέγη Γραμμάτων Ωνάσης, ο ένας, Ιδρυμα Πολιτισμού Νιάρχος, ο άλλος. [Κάνει ότι αφουγκράζεται] Τ’ ακούς; [Λίγο χαμηλόφωνα] Κρατς, κρατς! Τρίζουν τα κοκαλάκια τους. Των ναυτεργατών, όχι τα δικά τους… Λοιπόν! Πώς κι έτσι από εδώ;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: (…) Θα μιλάμε τώρα μες στον δρόμο; Δεν βλέπεις; Εχουν σταματήσει όλοι και μας κοιτάνε.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Ποιος μας κοιτάει; Βλέπεις κανέναν να κοιτάει; Εδώ, αγόρι μου, κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: [Σαν να θέλει να πει «…Ας πάμε τώρα στο θέμα μας»] Πατέρα! Το σκέφτηκες εκείνο που σου είπα;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν γίνεται, βρε αγόρι μου! Από αυτά τα δυο δωμάτια που νοικιάζουμε ερ μπι εν μπι βγάζουμε μέσο όρο 1.000 ευρώ τον μήνα. Αν έρθεις εσύ να μείνεις με τη γυναίκα σου, θα τα χάσουμε. Ενώ μπορώ να συνεχίσω να σου δίνω 300-400 ευρώ, να βάζεις και εσύ κάτι, να μείνετε αλλού, σαν άνθρωποι. Να βγαίνουν και οι δόσεις της τράπεζας. Θες να μας το πάρει το ρημάδι;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ρε πατέρα! Με τα λεφτά που βγάζω τώρα, δεν μπορώ να πιάσω δικό μου σπίτι. Εδώ με βολεύει άλλωστε απ’ όλες τις απόψεις. Εχει τόσες συγκοινωνίες. (…) Εχει κοντά και βρεφονηπιακό σταθμό. Α, ξέχασα να σου πω. Η Ρένα είναι έγκυος… [Σαν να φαντάζεται το σπίτι] Εχει τόσο χώρο! Εκεί στη μάνα μου, που μένουμε προσωρινά, δεν χωράμε.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Να κερδίσουμε δηλαδή 400 ευρώ εγώ –αυτά που σου δίνω- και 200 εσύ, που θα δίνεις για να έχεις αλλού, σαν άνθρωπος, το σπίτι σου, και να χάσουμε τα 1.000 ευρώ που θα παίρναμε από τους τουρίστες. Το βρίσκεις λογικό αυτό;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Και τι θα κάνουμε, ρε πατέρα; Θα κάνουμε όλη την Ελλάδα ξενοδοχείο; Πού το είδες εσύ ότι με 500 ή 600 ευρώ μπορεί να βρει ένα ζευγάρι με μωρό ένα κανονικό σπίτι να μείνει; Εχεις δει τις τιμές; [Δείχνει ολόγυρα] Για δες όλους αυτούς. Για ρώτα τους. Σε ποιο μέρος στην Αθήνα μπορεί να βρει κάποιος ένα σωστό σπίτι για τρία άτομα να μείνει με 500 ευρώ; Ωραία! Να δώσουμε, λοιπόν, τα δικά μας, τα καλά, κι εμείς να μείνουμε από δω και από κει. [Με παράπονο] Ρε, πατέρα!…

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Με το ίδιο ύφος] Ρε, παιδί μου!… [Αμέσως μετά] Τι θα κάνουμε τελικά; Θα πάμε σπίτι;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Οχι, ρε πατέρα. Θέλω εδώ, μπροστά στον κόσμο, να πάρεις μια απόφαση.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Για κάτσε, ρε πουλάκι μου! Θυμάσαι πώς ήταν όταν έμεινες μαζί μου τόσα χρόνια, όταν χώρισα με τη μάνα σου και ήρθες να μείνεις μόνος σου εδώ, στο κέντρο*, μαζί μου;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Πώς ήταν;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Τσακωνόμασταν από το πρωί ώς το βράδυ που άφηνες την κουζίνα άνω-κάτω. Και πόσα άλλα. Και να έχεις τώρα και τη γυναίκα σου και το μωρό. [Σαν να αναπολεί] (…) Και στο τέλος αποφάσισες πάλι να μείνεις με τη μάνα σου. Για λίγο.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ναι. [Κουνάει κορoϊδευτικά το χέρι του] Για λίγο!… Δέκα χρόνια…

ΕΚΕΙΝΟΣ: Και τι να κάνεις, να μένεις πάλι με μένα, ρε παιδάκι μου; Αργά ή γρήγορα πρέπει να φτιάξεις το σπίτι σου. (…) Και σου αρέσει να μένεις στο κέντρο; Με όλους αυτούς τους ξένους, μες στη βρόμα; Και το βράδυ; Τα μπαρ και τα μεζεδοπωλεία; Να μην μπορείς να κοιμηθείς από τα κλαπατσίμπαλα; Και το πρωί! Να έχεις να ξυπνήσεις στις έξι για τη δουλειά, που είναι μακριά; Χάλια σού λέω, χάλια.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Δεν τ’ αφήνεις αυτά, ρε πατέρα; Τώρα σε πειράζουν οι ξένοι; Αφού ξέρω ότι είσαι στον Σύλλογο Αρωγής Προσφύγων από Ασία και Αφρική και Αποκατάστασής τους με Ανθρώπινους Ορους, τον γνωστό Σ-Α-Π-Α-Α-Α-Α-Ο. Νομίζω ότι είσαι και πρόεδρος σ’ αυτόν τον σύλλογο.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Τέλος πάντων. Μην αλλάζεις θέμα.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Εγώ αλλάζω θέμα ή εσύ;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Λοιπόν, προτείνεις να χάσουμε τα 1.000 για να κερδίσουμε τα 400; Να την κλείσουμε δηλαδή την ερ μπι εν μπι;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ναι, ρε πατέρα. Να την κλείσουμε την ερ μπι εν μπι.

[Μετά από σκέψη] Και θα σου δίνω και τα 200 ευρώ που βάζω τώρα για να τσοντάρω στο νοίκι. Ξέρω ότι δίνεις και άλλα 200 στον αδερφό μου που κάνει μεταπτυχιακό.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Και τα 400 ευρώ που χρειάζομαι κάθε μήνα για την τράπεζα;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ρε πατέρα! Αφού κάθε μέρα είσαι στο ΠΡΟΠΟ. Δεν θα πιάσεις την καλή; Θα την πιάσεις! Ετσι δεν είναι;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Βρε Αντώνη! [Με παράπονο]

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: [Με το ίδιο ύφος] Βρε πατέρα! (…) Δεν βλέπεις πώς την κάνανε την Αθήνα; Γέμισαν οι δρόμοι με τουρίστες. Οπου και να πας, ακούς αγγλικά. Σου αρέσει αυτό;

ΕΚΕΙΝΟΣ: Τι να μου αρέσει; Αφού δεν ξέρω αγγλικά.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: [Εμπιστευτικά] Οι τουρίστριες όμως σου αρέσουν, ε; Ολο τσάρκες είσαι για να βλέπεις τα σορτσάκια και τα μπουστάκια τους. [Σαν να σκέφτηκε κάτι] Ααα! Αυτό είναι! Για στάσου!

ΕΚΕΙΝΟΣ: Ποιο είναι;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Σου αρέσουν οι τουρίστριες που έρχονται και νοικιάζουν στο σπίτι μας. Κάνεις χάζι!…

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Με το ίδιο παραπονεμένο ύφος] Βρε, Αντώνη! Τι λες; Λίγο σεβασμό!…

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ρε, πατέρα! Πάρε θέση! Κάνε μια θυσία. Δώσε μου αυτό που μου ανήκει. (…) Πώς καταντήσαμε έτσι! Γεμίσαμε τουρίστες. Και τα πεζοδρόμια άστεγους. Και εμείς να τρέχουμε στις συνοικίες, μήπως βρούμε κανένα μικρό διαμέρισμα να μείνουμε. [Με παράπονο] Ρε, πατέρα! [Απλώνει το χέρι του και τον ακουμπάει]

ΕΚΕΙΝΟΣ: Βρε, Αντώνη! [Τον αγκαλιάζει]

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Και ξέρεις κάτι; Δεν φταις εσύ που νοικιάζεις δυο δωμάτια για να μας ενισχύσεις. Φταίνε αυτοί που αγοράζουν ολόκληρα κτίρια και οικοδομικά τετράγωνα και τα κάνουν ερ μπι εν μπι.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Και γιατί τους αφήνουν;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ελα, ντε! [Μονολογεί] Γιατί τους αφήνουν;

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Με απορία] Κι εμείς τι κάνουμε, βρε παιδί μου;

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: Ελα, ντε. Τι κάνουμε; Κάτι πρέπει να κάνουμε.

[Εμφανίζονται 2-3 τουρίστες, ένας άντρας και δυο γυναίκες, με τις αποσκευές τους, που τις σέρνουν στο πεζοδρόμιο χαρούμενοι, φωνάζοντας και χαμογελώντας]

ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ: Oh!There… [δείχνει προς τη μεριά της Ακρόπολης] is Acropolis!

Α’ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ: Okay! Οου! Fantastic!

Β’ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ: [Δείχνει μέσα στο κινητό της και μετά κοιτάει γύρω της] Here is the street! [Λέει σπαστά το όνομα του δρόμου**] Le-o-ni-dou! You see?

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Αφήνει εντελώς το καροτσάκι και αρχίζει να απαγγέλλει δυνατά, με έμφαση και με κάποιον στόμφο, σαν να παίζει σε αρχαία τραγωδία]

Δυο καροτσάκια αντάμωσαν στης λαϊκής τα μέρη.
Το ’να γεμάτο λάχανα, γεμάτο ρούχα τ’ άλλο.
Κι εγώ ανάμεσα στα δυο, βουβός και μπερδεμένος.
Γυρνάω, λοιπόν, κάποια στιγμή και λέω στο ’να καρότσι.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: [Απευθύνεται στους τουρίστες, αλλά κοιτάει και τις αποσκευές τους. Με τον ίδιο στόμφο]

Καρότσι, πούθε κίνησες και για πού το ’χεις βάλει;
Από ποια χώρα μακρινή κι αγκομαχάς και τρίζεις (…),
και δεν μας καταδέχεσαι, που βγήκαμε για ψώνια;

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ: [Με το ίδιο ύφος, με ξενική προφορά]

Απ’ άλλη χώρα έρχομαι και στη δική σου πάω.
Πολλά φλουριά δεν κουβαλώ, χρυσά σκουτιά δεν έχω,
μόν’ έχω κάρτα μαγική, που όλα τ’ αγοράζει.

[Εχει βγάλει και δείχνει, κρατώντας την ψηλά, σε όλους την πιστωτική του κάρτα]

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Σκύβει προς τον τουρίστα, με παρακλητικό τώρα ύφος. Σε ρυθμό απαγγελίας δημοτικού τραγουδιού]

Καρότσι, δώσε μου το πιν και σκλάβος σου θα γίνω,
Σου ’χω δωμάτιο καθαρό, κρεβάτι μες στο μύρο,
μπρέκφαστ στο προσκεφάλι σου κι ολόχρυσο καθρέφτη,
μόν’ βόηθα τ’ αδερφάκι σου καλούδια να γεμίσει.

[Με την τελευταία φράση, δείχνει το καρότσι της λαϊκής που κρατάει. Ο τουρίστας, ενώ ο άλλος μιλάει, βγάζει από τη θήκη την κιθάρα. Αρχίζει να τραγουδάει, πάντα με την ίδια, λίγο ξενική προφορά. Στο ρεφρέν τραγουδάνε μαζί του και οι δυο κοπέλες, που ίσως κάνουν και μερικά χορευτικά βήματα]

Ο ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ:

Είμαι ο Τζόνι ο τουρίστας
κι η πεντάμορφη η Τζέιν
κι έρχομαι να σεργιανίσω
σε μια χώρα ξακουστή.
Η ζωή ωραία που ’ναι,
όταν πίσω όλα τ’ αφήσεις.
Ελα, φίλε, ν’ ακουμπήσεις
στου όνειρου την κουπαστή.

[Στο ρεφρέν, όλοι μαζί]

Θέλω όλα να τα ζήσω.
Να τα δω, να τ’ ακουμπήσω.
Πόλεις, ξάγναντα και ξέρες
κι όλ’ αυτά σε πέντε μέρες.

[Ο τουρίστας συνεχίζει μόνος του, δείχνοντας και τις κοπέλες]

Είμαι ο Τζιάνι κι η Λορέτα,
είμαι ο Μουσταφά κι ο Μπόρις
κι ένα βίτσιο είχα πάντα
μες στα μάααρμαρα να ζω.

[Τονίζει το ά παρατεταμένα στη λέξη «μάρμαρα»]

Σπίτι μου να μη γυρίσω
κι άσ’ τον μπόση να με ψάχνει,
σκνίπα να με βρουν στο τέλος
και να κάνω τον χαζό.

[Στο ρεφρέν, όλοι μαζί]

Θέλω όλα να τα ζήσω,
να τα δω, να τ’ ακουμπήσω.
Πόλεις, ξάγναντα και ξέρες
κι όλ’ αυτά σε πέντε μέρες.

[Βάζει την κιθάρα στη θήκη της. Κάποιος περαστικός ή ένας μανάβης έχει δώσει από ένα φρούτο στους τουρίστες, που έχουν αρχίσει να το τρώνε]

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ: Take!… Take!…

ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ: [Κουνάει το χέρι του] Thank you!… Thank you!…

[Οι τρεις τουρίστες χαιρετάνε, καθώς απομακρύνονται]

Ο ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΕΣ: Byeeee! Byeeeee!…Thank you!…

ΕΚΕΙΝΟΣ: [Κουνάει κι αυτός αμήχανος το χέρι του, χαμηλόφωνα] Βye!…

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ: [Ηρεμα, τους κοιτάει και μετά γυρίζει προς τον πατέρα του] Ελα, ρε πατέρα! Πάμε σπίτι να συζητήσουμε.

[Πιάνει τον πατέρα του από τον αγκώνα και το καροτσάκι με τ’ άλλο χέρι. Φεύγουν]

* Ο υπογράφων έχει υλοποιήσει πέντε συνολικά παραστάσεις θεάτρου δρόμου, με τη συνεργασία γνωστών καλλιτεχνών, στην Ιταλία και στην Ελλάδα το διάστημα 1972-1984.

Σημειώσεις
(…) Οι τελείες μέσα σε παρένθεση σημαίνουν ότι γίνεται μια στιγμιαία παύση.
*Αν το έργο παίζεται σε συνοικία, σβήνεται η φράση «στο κέντρο».
**Ανάλογα με τη συνοικία που παίζεται το έργο, αλλάζει το όνομα της οδού.