Το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι – που όλο και μεγαλώνει – της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να πληρώνουν πολλά περισσότερα για την ενέργεια απ’ ό,τι πληρώνουν οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ ή στην Κίνα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου για τη Μελέτη της Δημοκρατίας, τα οποία προδημοσιεύει αποκλειστικά το Politico.
Τα ευρήματα δημοσιεύονται στην επέτειο της έκθεσης του πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, η οποία είχε διαπιστώσει ότι η ΕΕ υστερεί σε σχέση με τους ανταγωνιστές της λόγω του ακριβού ρεύματος και φυσικού αερίου, γεγονός που υπονομεύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία του έγκυρου think tank, τα οποία αναμένεται να παρουσιαστούν την Τρίτη στην Ουάσινγκτον, αναδεικνύουν πως οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν γίνει πιο ευάλωτες στις τιμές ενέργειας, με τους σχετικούς δείκτες να έχουν πενταπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια.
«Ένα χρόνο μετά την συμβουλή του Ντράγκι για ενίσχυση της ενεργειακής αγοράς στην Ευρώπη, τα δεδομένα μας δείχνουν ότι οι κίνδυνοι για την εξεύρεση φθηνού ρεύματος είναι υψηλότατοι, με τις τιμές λιανικής να εξακολουθούν να είναι 40–70% πάνω από τα προ της κρίσης επίπεδα σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης», δήλωσε ο Μάρτιν Βλαντίμιροφ, ένας από τους συγγραφείς της έκθεσης.
Η πρόσβαση σε προσιτές τιμές ενέργειας είναι πλέον η μεγαλύτερη απειλή για την ενεργειακή ανθεκτικότητα της ΕΕ, ξεπερνώντας την αβεβαιότητα από την εργαλειοποίηση των ενεργειακών ροών από τη Ρωσία, τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια και την αξιοπιστία του συστήματος.
«Επηρεάζει όχι μόνο την εμπιστοσύνη των πολιτών, αλλά και την ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταγωνίζονται παγκοσμίως», τονίζει η αξιολόγηση του think tank.
«Για να πετύχει η Ευρώπη στην επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης, πρέπει να διασφαλίσει ότι η καθαρή ενέργεια δεν είναι μόνο διαθέσιμη, αλλά και προσβάσιμη και οικονομικά βιώσιμη για όλους».
Οι ευπάθειες σε έναν τομέα κινδυνεύουν επίσης να μεταφερθούν και σε άλλους, επιτείνοντας τις ήδη σημαντικές – και συχνά ιστορικές – διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ, προειδοποιεί η έκθεση.
Αν η Ένωση αποτύχει να αντιμετωπίσει το χάσμα μεταξύ των χωρών ως προς την ενεργειακή ασφάλεια, κινδυνεύει να παγιώσει τις περιφερειακές ανισότητες και να υπονομεύσει την οικονομική της κυριαρχία και τους κλιματικούς της στόχους.
Στην περσινή του έκθεση, ο Ντράγκι έγραφε ότι «οι ευρωπαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τιμές ηλεκτρικής ενέργειας 2–3 φορές υψηλότερες από αυτές των ΗΠΑ. Οι τιμές φυσικού αερίου είναι 4–5 φορές υψηλότερες. Αυτή η διαφορά οφείλεται κυρίως στην έλλειψη φυσικών πόρων στην Ευρώπη, αλλά και σε βασικά προβλήματα της κοινής ενεργειακής αγοράς μας».
Μία από τις βασικές του συστάσεις ήταν ένα τεράστιο πρόγραμμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε γηρασμένα δίκτυα ηλεκτροδότησης, τα οποία – σύμφωνα με ειδικούς – είναι αναποτελεσματικά και πηγή επιπλέον κόστους. Η έρευνά του ζητούσε επιπλέον 584 δισ. ευρώ για επενδύσεις στις υποδομές ηλεκτρισμού έως το 2030 και έως 2,29 τρισ. ευρώ μέχρι το 2050.
Παραμένει ασαφές το πόσο από αυτό το ποσό θα καταστεί διαθέσιμο, αλλά ο επικεφαλής ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιέργκενσεν, έχει αναλάβει τον σχεδιασμό για την αναμόρφωση των ευρωπαϊκών δικτύων, με πρόταση που αναμένεται να παρουσιαστεί αργότερα φέτος.
Πάντως, μία πηγή αισιοδοξίας για τους αξιωματούχους είναι η μείωση της έκθεσης σε γεωπολιτικούς κινδύνους, μετά τις προσπάθειες απεξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ο Γιέργκενσεν έχει επιβλέψει την εισαγωγή ενός νέου σχεδίου για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών από τη Ρωσία έως το 2028, με νέους προμηθευτές να αυξάνουν την παραγωγή για να καλύψουν τη ζήτηση.
