Θα μπορούσε να ήταν ένα τυχαίο όνομα. Από εκείνους τους κτηνοτρόφους και γεωργούς που τρώνε νοτισμένο από τον ιδρώτα τους το καθημερινό καρβέλι. Που δεν χωράνε στους λεκτικούς νεολογισμούς που έχουν εισαχθεί στην ελληνική γλώσσα πρόσφατα: Οπεκεπέδες, Φραπές, Χασάπης. Λέξεις που απέκτησαν επιπλέον μεταφορικές εκδοχές.
Καθώς άκουγα για Πόρσε κτηθείσα χάρη στο αγροτοκτηνοτροφικό δαιμόνιο, ο νους μου πέταξε στην Πίνδο. Στα βουνά πάνω από τους Καλαρρύτες. Εκεί που κάποτε άσπριζε ο τόπος από γιδοπρόβατα. Κι αυτό προκαλούσε ζωική μετανάστευση σε άλλα βοσκοτόπια.
Στα τέλη Αυγούστου ο ήλιος βάραγε στο κεφάλι. Απόλυτη ησυχία, μόνο ο αέρας ακουγόταν. Χαλασιά σου άμα σηκωθεί ανεμοσούρι σ’ εκείνα τα μέρη. Τα λιβάδια ορφανά. Τα λίγα πρόβατα είχαν αποσυρθεί για την καλοκαιρινή τους σιέστα. Το ίδιο και το κοπάδι του Πέτρου Μόκα.
Αετίσιο μάτι, σκανάρει τα βουνά, η διάθεσή του βαραίνει. Το δέρμα του, αργασμένο από τα «καλούδια» της ζωής του βουνού. Τρίτη γενιά κτηνοτροφικής οικογένειας που διέτρεξε όλο τον εικοστό αιώνα. Εζησαν το Κιλελέρ, τον αναδασμό που προέκυψε, την ερήμωση των βουνών, την εγκατάσταση στον κάμπο, την αλλαγή των ηθών της αγροτιάς, τις επιδοτήσεις, περίεργα πλούτη, με λιμουζίνες «αγροτικές» και με αγαθά ακοπίαστα.
Ο Πέτρος μοιάζει να ζει στον δικό του χρόνο. Δεν φωνάζει, έχει τη στωικότητα ενός κόσμου που ξέρει ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από την επιμονή. Και από το διάβασμα των σημαδιών της εποχής. Χαθήκαμε, επαναλαμβάνει συνεχώς. Δεν έχω πάρει την επιδότηση.
Ποιος νοιάζεται για τον καημό και τις ανάγκες του Πέτρου και των άλλων σαν κι αυτόν. Εμεινε μόνος του. Τα παιδιά του πήραν τον δικό τους δρόμο. Σκληρή και μοναχική η ζωή του κτηνοτρόφου. Που έχει την περηφάνια των βουνών του. Που δεν κάνει κολεγιές. Που δεν συχνάζει σε κομματικά και βουλευτικά γραφεία. Που μόνη του έγνοια είναι να είναι έντιμος. Να μην κοροϊδεύει τον κόσμο.
Τα πρόβατα γινήκανε μισά. Τα μπούτσικα πρόβατά του κάνουν το πιο νόστιμο κρέας. Και γάλα. Πλην λίγα τα κιλά. Η επιδότηση τον κρατούσε όρθιο. Του έδινε δύναμη να εφοδιάζει την αγορά με ξεχωριστά προϊόντα. Ομως, άλλαι αι βουλαί των αρχόντων. Μαχαίρι οι επιδοτήσεις, επί δικαίους και αδίκους. Να φαινόμαστε πως σηκώνουμε τα μανίκια, να καθαριστεί τάχα μου η κόπρος του Αυγείου. Κοντά στους Οπεκεπέδες η κλάρα λαβαίνει και όσους σκύβουν το κεφάλι και δουλεύουν. Γιατί δεν έμαθαν στη βρομιά. Ποιος νοιάζεται αν θα μείνουν ζώα στα βουνά.
Κατεβαίνουμε στο σύγχρονο καλύβι του. Βγάζει το κλαρίνο και μας καθηλώνει. Μας θυμίζει τον σπουδαίο καλλιτέχνη που συνήθιζε να κρατάει στο ένα χέρι την γκλίτσα και στο άλλο το κλαρίνο.
Πόσο θα αντέξει; Βαρομετρικό χαμηλό. Στην Πίνδο μαυρίζουν τα σύννεφα.
