Είναι δύσκολο και επικίνδυνο θα έλεγε κανείς να βρεθείς απέναντι στον ισχυρότερο πολιτικό στον πλανήτη, τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Ακόμα κι αν πρόκειται για μια απλή διαφήμιση που ασκεί κριτική στον Αμερικανό πρόεδρο. Στον Καναδά, μια τηλεοπτική διαφήμιση της επαρχίας του Οντάριο που χρησιμοποιούσε κλιπ του Ρόναλντ Ρήγκαν για να επικρίνει τους εμπορικούς δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ, αποσύρθηκε βιαστικά όταν ο Αμερικανός πρόεδρος εξοργίστηκε.
Αντίθετα, η ιαπωνική κυβέρνηση κινήθηκε πιο «συντηρητικά» και σε κάθε περίπτωση ενάντια στα οικονομικά της συμφέροντα, αποδεχόμενη επί της ουσίας τους δασμούς που επιβάλει η αμερικανική διοίκηση στην Nippon Steel και την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία. Για να διαφυλάξουν τουλάχιστον μέρος των εθνικών τους συμφερόντων και να αποφύγουν μια πιθανή ένταση ή σύγκρουση, ακόμα και σε λεκτικό επίπεδο, πολλές κυβερνήσεις φαίνεται να κινούνται με γνώμονα «να μην ταράξουν» τον Αμερικανό πρόεδρο και να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο για να μην προκληθεί φθορά στις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ. Αυτό είναι ένα νέο μοντέλο εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής, που όμοιό του δεν είχαμε δει τις τελευταίες δεκαετίες με τις προηγούμενες διοικήσεις στον Λευκό Οίκο. Ακόμα και με την πρώτη διοίκηση Ντόναλντ Τραμπ μεταξύ 2017-2021.
Σε θέση άμυνας
Πολιτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν τον όρο hedging για να περιγράψουν τους ελιγμούς στην εξωτερική πολιτική κρατών όταν πρόκειται για ζητήματα που τίθενται από την πλευρά των ΗΠΑ, είτε σε διμερές είτε σε πολυμερές επίπεδο.
Πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν κινηθεί προληπτικά για να περιορίσουν πιθανή ζημιά από οποιαδήποτε μελλοντική διαμάχη με τον Λευκό Οίκο. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) κι αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας έχουν συνομολογήσει σε μη-αμοιβαία συμφέρουσες εμπορικές συμφωνίες, αλλά και σε ζητήματα άμυνας και εξοπλισμών, με πρόσφατα παραδείγματα τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αργεντινή και το Ελ Σαλβαδόρ.
Από κυβερνήσεις που έχουν πολύ μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ -όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία- έχουμε δει ότι η υπεράσπιση των εθνικών τους συμφερόντων και η απροθυμία να «δεχτούν χτυπήματα» μπορεί να δημιουργήσει τον απαραίτητο «χώρο» για συμβιβασμούς κι από την πλευρά των ΗΠΑ. Αυτή η στρατηγική όμως δεν λειτουργεί για όλους. Η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το Μεξικό, η Βραζιλία και πολλοί άλλοι πρέπει να παραμείνουν σε τροχιά «θετικής ατζέντας» με την Ουάσιγκτον. Το ίδιο και η ΕΕ.
Ωστόσο, όλες οι χώρες, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με την αμερικανική ηγεσία, θα χρειαστεί να ενισχύσουν μακροπρόθεσμα τα συμφέροντά τους και να θωρακίσουν τη δική τους σταθερότητα. Τα βασικά «εργαλεία» προς αυτή την κατεύθυνση είναι να καταστούν οικονομικά πιο ισχυρές και τεχνολογικά περισσότερο ανταγωνιστικές. Αυτή είναι, πρωτίστως, η στρατηγική που ακολουθεί η Κίνα. Το Πεκίνο έχει επίσης ενισχύσει τη στήριξή του προς τους διεθνείς θεσμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η Παγκόσμια Τράπεζα για παράδειγμα, εν μέρει επειδή εκτιμά ότι μια αμερικανική υποχώρηση θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για αλλαγή των συσχετισμών ισχύος εντός των οργανισμών.
Το απαραίτητο «step up» της ΕΕ
Όπως ακριβώς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έπεισε -έστω και την ύστατη ώρα- τις πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ να επιδιώξουν την απεξάρτηση των κρατών-μελών από τη ρωσική ενέργεια, έτσι και τώρα θέλουν να αποφύγουν να βρεθούν στο έλεος των μεταβαλλόμενων πολιτικών της Ουάσιγκτον.
Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ θα πρέπει να ανακτήσουν την ανταγωνιστική τους θέση, κάτι που πρακτικά σημαίνει εστίαση στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα, ενίσχυση της βιομηχανικής πολιτικής, εκτεταμένες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και βελτίωση της λειτουργίας κι αποδοτικότητας των ρυθμιστικών και γραφειοκρατικών αρχών. Η ΕΕ και οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών-μελών οφείλουν να κινηθούν δυναμικά στη στήριξη της επιχειρηματικότητας, να επιδείξουν μεγαλύτερη διπλωματική ευελιξία σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο και να αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση μιας νέας, πολυμερούς «αρχιτεκτονικής» στην εξωτερική πολιτική.
Η «πυξίδα» υπάρχει, με τις αδυναμίες της φυσικά, αλλά υπάρχει. Η έκθεση ανταγωνιστικότητας του Μάριο Ντράγκι για την ΕΕ και, σε μικρότερη κλίμακα από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, στοιχεία από το σχέδιο Canada Strong του Μαρκ Κάρνεϊ αποτελούν οδηγό για τα επόμενα βήματα. Η πολιτική εφαρμογή πολλών από τις παραπάνω προτάσεις μετασχηματισμού δεν έρχεται χωρίς προκλήσεις και εμπόδια: συνιστούν βραχυπρόθεσμα μια τεράστια πρόκληση, ειδικά για την ΕΕ που δεν είναι ένα ενιαίο κράτος και η ανάγκη για συναίνεση στη χάραξη κανόνων πολιτικής είναι μια επίπονη διπλωματική «άσκηση». Τα εμπόδια αυτά γίνονται ακόμη μεγαλύτερα αν σκεφτεί κανείς ότι μεγάλο μέρος της αντίστασης προέρχεται από ευρωσκεπτικιστικές κυβερνήσεις, που ερείσθω εν παρόδω μπορεί να δούμε και στην περίπτωση των δύο μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων, της Γερμανίας με το AfD και της Γαλλίας με το Rassemblement National. Aντίστοιχα, δυσκολίες αναδύονται και στο Ηνωμένο Βασίλειο με το Reform Party, που έρχεται να «πατήσει» πάνω στη λαϊκή δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και την αναιμική οικονομική ανάπτυξη.
Τι να περιμένουμε το επόμενο διάστημα;
Η ΕΕ έχει δεσμευτεί στην προώθηση πολιτικών που αντισταθμίζουν τους κινδύνους μιας αλλοπρόσαλλης ή απρόβλεπτης εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχουν δεσμευτεί να δαπανήσουν τεράστια ποσά για την άμυνα και τις πολιτικές ασφάλειας, αναγνωρίζοντας ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να συνεχίσει να έχει το ρόλο που είχε όσο η σημερινή διοίκηση των ΗΠΑ δεν αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία του.
Η ΕΕ έχει επίσης οριστικοποιήσει τρεις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου -με το νοτιοαμερικανικό μπλοκ Mercosur, το Μεξικό και την Ινδονησία- και εργάζεται προς μια συμφωνία με την Ινδία. Σε περιφερειακό επίπεδο, η Σαουδική Αραβία έχει υπογράψει πυρηνική συμφωνία με το Πακιστάν, ως αντιστάθμιση μιας πιθανούς στροφής των ΗΠΑ στο τομέα αυτό, ενώ έχει ήδη αναπτυχθεί η μεγαλύτερη συνεργασία ανταλλαγής πληροφοριών κι άμυνας μεταξύ των χωρών του Περσικού Κόλπου. Σε αυτήν την εξέλιξη συνέβαλε και ο πόλεμος στη Γάζα και η συνεχής στρατιωτική αναβάθμιση του Ισραήλ στην περιοχή, ταυτόχρονα με τον περιορισμό του Ιράν ως περιφερειακού δρώντα και πυλώνα κάποιων μίνιμουμ ισορροπιών ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Τέλος, η Ινδία, η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου, κινείται σταθερά προς την σταθεροποίηση των διμερών της σχέσεων με την Κίνα και στον περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ τους, ακολουθώντας ένα νέο δόγμα στην εξωτερική πολιτική εξαιτίας του μη προβλέψιμου αμερικανικού παράγοντα στην περιοχή.
Ο Φαρίντ Ζακάρια, ένας από τους πιο επιδραστικούς πολιτικούς σχολιαστές στις ΗΠΑ, μιλούσε πριν είκοσι χρόνια για την διεθνή σκηνή μετά την κυριαρχία των ΗΠΑ, για έναν κόσμο στον οποίο θα κυριαρχούσε η πολυπολικότητα και, σταδιακά, θα επικρατούσε η Κίνα. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε αυτό το σημείο, τόσο γιατί οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ασκούν ακαταμάχητο soft power, όσο και γιατί καμία μεγάλη δύναμη δεν δείχνει πρόθυμη να καλύψει ένα πιθανό στρατηγικό κενό στη διαχείριση της παγκόσμιας πολιτικής. Αυτό που, αντίθετα, βλέπουμε να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι ένας κόσμος όπου οι ΗΠΑ συνεχίζουν να επιβάλουν την ατζέντα, όπου καταγράφονται περισσότερες περιφερειακές συγκρούσεις, με συνέπειες που διαρκούν περισσότερο και με τον «πόλεμο των εξοπλισμών» να έχει κορυφωθεί.
Αυτή η πορεία φαίνεται να μην είναι βιώσιμη, τουλάχιστον με τους όρους που συμφωνήθηκαν μετά τον τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οι «κανόνες» που είχαν συμφωνηθεί είναι ξεπερασμένοι και οι νέοι «κανόνες» δεν έχουν γραφτεί ακόμα.
*Πολιτικός αναλυτής και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την κοινωνική Αλλαγή.
