Πριν από λίγο καιρό έλαβα ένα e-mail από το υπουργείο Υγείας που με καλούσε να συμμετάσχω στο πρόγραμμα «Προλαμβάνω» τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Ολοι ξέρουμε ότι ο καρκίνος δεν αστειεύεται και το site (colon.gov.gr) είναι ξεκάθαρο: ο καρκίνος του παχέος είναι η δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο στους άνδρες. Η αλήθεια είναι ότι φοβήθηκα αλλά ήθελα περισσότερα νούμερα από το ότι αφορά το «12,4% όλων των θανάτων λόγω καρκίνου».
Πρώτα από όλα ήθελα να μάθω τις πιθανότητες που έχει να πεθάνει ένας άνδρας πενήντα χρόνων από καρκίνο του παχέος (όπως εγώ). Βρήκα την απάντηση σε έναν αξιόπιστο πίνακα του Πανεπιστημίου Dartmouth των ΗΠΑ. Εκεί μας λέει ότι για κάθε 1.000 άνδρες, 50 ετών, που δεν καπνίζουν, τα επόμενα 10 χρόνια οι 2 από αυτούς θα πεθάνουν από καρκίνο του παχέος (άρα οι 998 δεν κινδυνεύουν). Στον ίδιο πίνακα ανακάλυψα ότι στην επόμενη δεκαετία θα πεθάνουν από έμφραγμα 11 άνδρες στους 1.000 και από ατυχήματα 5 άνδρες στους 1.000. Αρα κινδυνεύω περισσότερο από άλλους λόγους παρά από καρκίνο του παχέος.
Αυτά τα νούμερα με καθησύχασαν κάπως, αλλά ήθελα να μάθω αν το self test μειώνει τους 2 θανάτους στους 1.000 και πόσο. Μια αναζήτηση στις εταιρείες γαστρεντερολόγων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δεν με διαφώτισε, αφού δεν αναφέρουν ποσοστά μείωσης της θνητότητας από καρκίνο του παχέος. Ψάχνοντας, έπεσα στη μεγαλύτερη και πιο αξιόπιστη έρευνα (Minnesota, 1993 και 2013) για την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου με τη συγκεκριμένη μέθοδο. Στην έρευνα συμμετείχαν 46.551 άτομα και αποδείχτηκε ότι το test πράγματι μείωσε τη θνητότητα από καρκίνο του παχέος κατά 33%. Πολύ μεγάλο ποσοστό για να μην το λάβουμε υπόψη. Αν όμως το μεταφράσουμε στη γλώσσα των φυσικών συχνοτήτων, το 33% σημαίνει μείωση κατά 0,66 θανάτους ανά 1.000 άτομα, ένα λιγότερο εντυπωσιακό νούμερο.
Ομως η μελέτη βρήκε και κάτι άλλο: η συνολική θνητότητα στις δύο ομάδες σύγκρισης, δηλαδή σε όσους έκαναν το test και σε όσους δεν το έκαναν, ήταν ίδια. Για την ακρίβεια, μετά από 30 χρόνια παρακολούθησης, το 71% και στις δύο ομάδες είχε πεθάνει. Κάποιος θα περίμενε ότι όσοι έκαναν το test θα ζούσαν περισσότερο αλλά αυτό δεν συνέβη. Ποιο το νόημα λοιπόν να κάνεις έναν προληπτικό έλεγχο αν δεν ζεις περισσότερο από αυτόν που δεν τον κάνει;
Ο προληπτικός έλεγχος πρέπει να αλλάξει προσέγγιση. Το πρώτο που πρέπει γίνει είναι η ενημέρωση των πολιτών για τη συχνότητα μιας νόσου, ώστε να μπορούμε να τη συγκρίνουμε με άλλες και να ξέρουμε από τι κινδυνεύουμε περισσότερο. Αυτή η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με όρους φυσικών συχνοτήτων (π.χ. πόσοι στους 1.000) και σε ποια ηλικία/φύλο αναφερόμαστε. Ετσι, όταν λέμε ότι ο κίνδυνος καρκίνου του παχέος είναι 1 στα 19 άτομα (τόση αναφέρει το Sloan-Kettering Cancer Center), δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το νούμερο αφορά τον κίνδυνο σε όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου και ξέρουμε καλά ότι ο καρκίνος δεν παίζει δίκαια και προτιμά τους ηλικιωμένους. Επιπλέον, οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν ομάδες των «19», των «43» ή των «909», αλλά των 100, των 1000, των 10.000. Αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε τις πιθανότητες πολύ καλύτερα. Το δεύτερο που πρέπει να γίνει είναι να παρουσιάζεται –και– η συνολική θνητότητα των ομάδων που έκαναν ή δεν έκαναν τον προληπτικό έλεγχο. Το τρίτο που πρέπει να γίνει είναι να αναφέρονται πάντα οι πρωτογενείς έρευνες πάνω στις οποίες στηρίζονται οι ιατρικές «συστάσεις» ώστε να αξιολογούμε με διαφανή τρόπο τα συμπεράσματα.
Η πρόληψη είναι κάτι πολύ καλό, αν ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Αν για παράδειγμα διακόψουν όλοι το κάπνισμα, το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής θα αυξηθεί περίπου κατά δύο χρόνια. Την ίδια αύξηση θα έχουμε αν αντιμετωπίσουμε την παχυσαρκία, τον αλκοολισμό, τη χρήση ουσιών, τα τροχαία ατυχήματα. Η σύγχρονη ιατρική έχει εστιάσει την προσοχή της στην πρώιμη ανίχνευση μιας νόσου και όχι στην προαγωγή της υγείας. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι μια τέτοια πρόληψη είναι τυφλή, γιατί δεν λαμβάνει υπόψιν οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά ή πολιτισμικά προβλήματα, τις πραγματικές αιτίες της κακής υγείας. Ετσι τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: Να κάνει κάποιος τις προληπτικές εξετάσεις που προτείνει το υπουργείο Υγείας; Η απάντηση είναι ναι, εφόσον έχουμε όλες τις πληροφορίες διαθέσιμες – και σε αυτό δεν μπορεί να βοηθήσει η AI.
*Δρας ΕΚΠΑ
