Με την Αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης (2000) η Χριστίνα Ντουνιά υποστήριξε και υπερασπίστηκε έναν πρωτοποριακό και νεωτερικό Καρυωτάκη, ριζικά αποκομμένο από την ποιητική παράδοση και πανέτοιμο να συμπλεύσει με τα καινούργια ποιητικά ρεύματα. Ανοιξε τότε η Ντουνιά ένα νέο πεδίο για την έρευνα, για τη μελέτη και για την ερμηνεία του Καρυωτάκη, ξεκαθαρίζοντας ζητήματα τα οποία εξακολουθούσαν να παραμένουν είτε συγκεχυμένα είτε εν υπνώσει. Μια εικοσιπενταετία αργότερα, η Ντουνιά επανέρχεται με μια συνολική προσέγγιση του Καρυωτάκη και το εύλογο ερώτημα είναι για ποιον ακριβώς λόγο.
Ο έρωτας, ο θάνατος και οι περιπέτειες της ποιητικής τέχνης
Το Ονειρο και το πάθος δεν αποτελεί με τη σύνθεση και τη δομή του μόνο ένα άτυπο βιογραφικό σχεδίασμα, όπου βίος και έργο συνδέονται άρρηκτα, αναπτυγμένα σε ένα οιονεί μυθιστορηματικό υπόστρωμα με κυρίαρχα μοτίβα τον έρωτα, τον θάνατο και τις περιπέτειες της ποιητικής τέχνης, αλλά και μετακινείται σε ένα διαφορετικό πλέον έδαφος: από την υποδοχή του Καρυωτάκη (στο επίπεδο τόσο της κριτικής όσο και των επόμενων ποιητικών γενεών), που ήταν το θέμα της Αντοχής μιας αδέσποτης τέχνης, η Ντουνιά περνά με το Ονειρο και το πάθος στους όρους της γραφής και της παραγωγής της ποίησής του και στη θέση την οποία καταλαμβάνει σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ποια είναι σε ένα τέτοιο πλαίσιο η εικόνα του ποιητή και των περιπετειών, όπως το σημείωνα πρωτύτερα, της ποιητικής του τέχνης; Η Ντουνιά εξετάζει τη σχέση του με την ντεκαντάνς –όχι με το πνεύμα της παρακμής γενικά, αλλά με το ομώνυμο καλλιτεχνικό κίνημα που διαμορφώνει τις πρωτοπορίες του 20ού αιώνα-, παρακολουθώντας εκ παραλλήλου την ευρωπαϊκή λογοτεχνική του παιδεία, όπως κρύβεται πίσω από τις αντιδράσεις του τόσο απέναντι στην τέχνη όσο και απέναντι στους περιορισμούς της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας. Το κυριότερο, όμως, για τον Καρυωτάκη είναι η ποιητική γλώσσα. Μακριά από τη ρητορική του Παλαμά και του Σικελιανού, θα υιοθετήσει το αστικό ιδίωμα του καιρού του, ξεπερνώντας και το χαμηλόφωνο μετασυμβολιστικό κλίμα των συγχρόνων του, ενώ η γλώσσα του θα γίνει μια σκευή αστικής καθημερινότητας που αντλεί την ενέργεια και τη ζωντάνια της από δύο πηγές: η μια πηγή είναι ο πεζός λόγος και άλλη ο χώρος της πόλης και του άστεως. Η Ντουνιά μάς υπενθυμίζει πως ο Καρυωτάκης συνομιλεί εδώ με τον Μποντλέρ, διεκδικώντας μια μοναδική πρωτοτυπία για τα ελληνικά δεδομένα.
Ας μην παραλείψουμε, πάντως, και τις επιταγές των ιστορικών μεταβολών. Μετά τη μετατροπή της Αθήνας σε μεγαλούπολη λόγω των προσφύγων και της Μικρασιατικής Καταστροφής, η καθυστερημένη νεωτερικότητα όπως έρχεται από το Παρίσι του 19ου αιώνα αλλάζει τα ποιητικά πρότυπα. Θεμέλιο της ποίησης δεν συνιστά πλέον το δημόσιο βάθρο και η δημόσια θέση του ποιητή, μα το αυτόνομο υποκείμενο της ποίησης και ο αγώνας του για την ατομική ελευθερία. Οπως σημειώνει η Ντουνιά, η άρνηση του Μποντλέρ να συγκατανεύσει στην πραγματικότητα θα δημιουργήσει τη λογοτεχνική σφαίρα εντός της οποίας θα αναλάβει δράση ο Καρυωτάκης.
Ποίηση και αυτοκτονία
Σε μια τέτοια σφαίρα, η μποντλερική άρνηση της πραγματικότητας δεν αποκλείει την εκ των πραγμάτων παραδοχή της. Ο Καρυωτάκης ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται και επειδή ακριβώς είναι μοντέρνος δεν μπορεί να αποκρύψει το πραγματικό, πλην μόνο να το κοιτάξει κατάματα και να το υπομείνει. Διαφυγές και υπέρτερες αξίες, υψηλά βάθρα και εξιδανικεύσεις δεν υπάρχουν στην καρυωτακική οπτική για κανέναν και για τίποτε. Ετσι τα «Ελεγεία και σάτιρες» θα πρέπει να πυροβολήσουν εκκωφαντικά μέσα στο σκοτάδι, σε έναν κόσμο προσιτό και ξένο ταυτοχρόνως, όπως ο κόσμος του Κάφκα. Και ανάλογοι κόσμοι δεν έχουν να κάνουν με την αυτοκτονία αλλά με τα φλέγοντα ζητούμενα της ποίησης, όσο κι αν η αυτοκτονία δεν παύει να προκαλεί μια δική της τάξη αποριών, όσο κι αν η δουλειά της Ντουνιά δεν αποβάλλει ποτέ και τον βιογραφικό προσανατολισμό της σε συνεχή συσχετισμό με το εν εξελίξει έργο του.
Ναι, ο Καρυωτάκης είναι πικραμένος, αποθαρρυμένος και επίσης μακρινός και απόβλητος όταν απογράφει τον κόσμο τον οποίο έχει αναγκαστικά παραδεχτεί. Ναι, ο ίδιος κόσμος δεν θα πάψει ποτέ να είναι αδιανόητος. Ο Καρυωτάκης, όμως, έχει αγγίξει ήδη το πιο τραυματικό σημείο της ποιητικής του ιστορίας: τους προβληματικούς δεσμούς του ποιητή με την κοινωνία και με τον κόσμο του, έχοντας οργανώσει την άμυνα και την απόγνωσή του βασισμένος στην ειρωνική αποκαθήλωση κάθε ειδώλου και οποιουδήποτε προτύπου.
Ο δοκιμιακός λόγος της Ντουνιά διαθέτει πάντοτε μιαν αφηγηματικότητα. Στο Ονειρο και το πάθος, ωστόσο, η συγγραφέας πετυχαίνει κάτι παραπάνω: να μετασχηματίσει τον κριτικό στοχασμό της σε αιχμηρή (παρά τις σαφώς λειασμένες γωνίες), αν όχι και συναρπαστική εξιστόρηση για τον βίο και για το έργο ενός ποιητή ο οποίος δεν έχει πάψει να είναι ποτέ εδώ: όχι γιατί είναι πέρα από τις στενωπούς του τόπου και του χρόνου αλλά επειδή κατόρθωσε να προλάβει –ίσως και να υπερκεράσει– τον δικό μας τόπο και τον δικό μας χρόνο με έναν τρόπο που, όπως αποδεικνύει η Ντουνιά, απαιτεί ακόμη τη διερεύνησή μας.
* Ο Β. Χατζηβασιλείου είναι κριτικός λογοτεχνίας στο «Βήμα της Κυριακής»
