Τι είναι το «απολιτικό»; Η στάση η οποία χαρακτηρίζεται από πολιτική αδιαφορία ή από απάθεια; Η αποχή από την πολιτική ως ένδειξη άρνησης προς τους κυβερνώντες; Ετσι συνήθως κρίνουμε την «απολιτική» στάση. Το «απολιτικό» στις μέρες μας δεν εκπλήσσει γιατί νομιμοποιείται ως πολιτικό, γίνεται θριαμβεύουσα στερεοτυπία των εξαρτημένων μεταβλητών της πολιτικής εποχής μας.
Ο Ζακ Ντεριντά στο «Points de suspension. Entretiens», ed. Galilee, 1992, σε 426 σελίδες, όπου υπάρχουν 20 συνεντεύξεις του, μας λέει ότι υπάρχει σήμερα ένας τρόπος να είναι κανείς απολιτικός: συνίσταται ουσιαστικά στη διαιώνιση «εξαντλημένων προγραμμάτων», στην παγίδευση του λόγου μέσα σε «κώδικες» ή και σε «ρητορικές» που υπακούν σε τελετουργίες κατεστημένες, πλήρως προβλέψιμες και αναμενόμενες και εκ των προτέρων ουδετεροποιημένες. Είναι ο τόπος που η πολιτική καλύπτεται από στείρες και εξαντλημένες αναφορές και ιδέες ημιθανείς, με προκατειλημμένες αυθάδειες και υπολογιστικές μεθοδεύσεις· εκεί λοιπόν, υπάρχει το «απολιτικό»· βρίσκεται ως απελπισμένη και απονενοημένη αυθαιρεσία. Διατελεί σε αγκυροβολημένες ή περιορισμένες πολιτικές αντιλήψεις που πνίγονται μέσα στους πολυκαιρισμένους και αμεταποίητους νομοθετικούς θετικισμούς.
Βρίσκεται σε πολιτικές που παράγουν αναθέματα και σταυροφορικές ιδεοληψίες βυθισμένες σε ισχυρισμούς αποπνικτικής μονομανίας και εξορκισμούς που ομογενοποιούν αντιθέσεις και παράγουν τελετουργίες υποταγής. Εκεί κρύβεται το «απολιτικό», σύμφωνα με τον Ζακ Ντεριντά, όταν δεν αποδομείται το περιεχόμενο της πολιτικής και δεν αλλάζει χρήση και έννοια. Η συγκεκριμενοποίηση του νοήματος της πολιτικής έγκειται στην κίνησή της, λειτουργώντας και στο όριο της ευθύνης που εκείνη ενέχει. Γιατί η πολιτική λειτουργεί με στάθμη την επίγνωση η οποία προσδιορίζεται από τα καθήκοντα της υπευθυνότητας.
Πώς όμως η πολιτική μπορεί να αναπτύξει τους σκοπούς της σε μια κινούμενη πραγματικότητα; Δηλαδή σε ένα περιβάλλον μη εύτηκτο και συνεχώς μεταβλητό; Ο Ζαν Μποντριγιάρ το 1995 έβαζε ένα θέμα κατά πόσο η πολιτική ως κεφαλαιώδες γεγονός μπορεί να λειτουργεί και ως επείγον αντι-γεγονός. Λίγο πριν από την είσοδο του νέου αιώνα ο Ζαν Μποντριγιάρ τόνιζε ότι αν μας προτείνουν με την έναρξη του νέου αιώνα μια νέα ευρωπαϊκή παγκόσμια τάξη, τότε ποια απεργία με τα εκατομμύρια διαδηλωτών που κατεβαίνουν στα κράσπεδα μπορεί να αποτελεί ένα πολιτικό γεγονός; Δεδομένου ότι η παραπάνω κοινωνική δραστηριότητα θα καταγράφεται ως αντι-γεγονός. Και αυτό γιατί το κυρίαρχο γεγονός θα είναι η νέα παγκοσμιοποιημένη εξουσία.
Στην παραπάνω σκέψη του Ζαν Μποντριγιάρ προκύπτει ένα ζήτημα, το οποίο έρχεται να βάλει νέους προβληματισμούς και νέα δεδομένα. Το γεγονός της απεργίας θα υποτιμάται γιατί θα γίνεται ένα συμβάν το οποίο θα στερείται το εύρος της πραγματικής του ουσίας. Οσες απεργίες και αν υπάρξουν, θα συμπεριληφθούν στα αντι-γεγονότα. Το κύριο γεγονός θα είναι η παγκοσμιοποιημένη εξουσία. Το αντι-γεγονός, υποστηρίζει ο Ζαν Μποντριγιάρ, μετατρέπει τον κοινωνικό χώρο σ’ ένα θέατρο όπου τα γεγονότα παίζονται και παράγονται στερούμενα κάποιου ουσιώδους νοήματος. Γίνονται ένας πολλαπλασιασμός εικόνων και πληροφοριών που μετατρέπονται σε προσομοιώματα απογυμνώνοντας όλα τα νοήματα που εμπεριέχουν χάνοντας τη δύναμη τους, τη γοητεία τους, γιατί όλα τα σημεία τους εισέρχονται σε μια διαδικασία άπειρης αναδρομής.
Κάτω λοιπόν από αυτούς τους πολιτικούς ορίζοντες, πώς μπορεί ένα γεγονός, ένα συμβάν, να έχει κάποια σημασία και να αποτελεί έναν κεντρικό ρόλο; Να γιατί μέσα στη σύνταξη γεγονότων θα ενσαρκώνεται το περιθώριο κατά τον Ζαν Μποντριγιάρ ως «απολίτικη» διαδικασία. Από άλλο δρόμο λοιπόν, Μποντριγιάρ και Ντεριντά συναντούν το «απολίτικο». Θα λέγαμε ότι μέσα από μια επήρεια παράξενων ελκυστών οι δύο στοχαστές συναντιούνται.
* Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
