Στους Αθηναίους η πλατεία ψηλά στη Βασ. Σοφίας, στις δυτικές παρυφές του Λυκαβηττού, είναι γνωστή από τα πέριξ νοσοκομεία και την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών που χτίζεται όψιμα για να βάλει σε μπελάδες την ήσυχη μέχρι τότε γύρω περιοχή. Ωσπου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 Ηπειρώτης μετανάστης επιστρέφει στα πάτρια από την απέναντι όχθη του Ατλαντικού, αφού προηγουμένως έχει τοποθετήσει ιδίοις χερσί μίλια ράγες στο σιδηροδρομικό δίκτυο του Καναδά. Κι αποφασίζει να αξιοποιήσει το κομπόδεμά του εισάγοντας παρ’ ημίν τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.
Ο Νικ Λώρας, διότι ασφαλώς περί του κυρίου Νίκου πρόκειται, ανοίγει το ομώνυμο μπαρ το 1967 με πελάτες ευπρόσωπους μεσοαστούς και κάθε λογής ρεμάλια, με το πατάρι του μικρού μαγαζιού να μετατρέπεται σε στέκι απόκοτων φοιτητών που ’χουν βάλει σκοπό να ανατρέψουν τη χούντα. Αργότερα, ο Ορέστης ανοίγει απέναντι το «Φλάουερ». Δύο απ’ τα πρώτα τεμένη του αλκοόλ σε απόσταση αναπνοής αλλάζουν άρδην τον χαρακτήρα της πλατείας και μαζί τις συνήθειες των Αθηναίων, επιταχύνοντας καταλυτικά τη μοιραία μετάβαση από τη ρετσίνα στο ουίσκι και τα λευκά αποστάγματα.
Νοθεύουν το οινόπνευμα με πνεύμα μαγαζάτορες και πελάτες. Σήμερα η όψη της γειτονιάς είναι ριζικά διαφορετική. Δεκάδες μπαρ την έχουν μετατρέψει σε τοπόσημο της νυχτερινής διασκέδασης. Οι νέοι θαμώνες, ωστόσο, αγνοούν στην πλειονότητά τους ποιος είναι ο φαλακρός με τα μεγάλα μουστάκια που απεικονίζεται στο άγαλμα, στη βάση του οποίου ακουμπούν συχνά τα ποτήρια τους. Ο Λορέντζος Μαβίλης, λοιπόν, το πρόσωπο που έδωσε τ’ όνομά του στην περιώνυμη πλατεία, υπήρξε πάνω απ’ όλα ποιητής, αλλά και φιλόσοφος, φλογερός επαναστάτης και πατριώτης.
Ενθερμος δημοτικιστής, θα πει το 1911 στη Βουλή την ιστορική φράση: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν». Γεννιέται σαν σήμερα το 1860 στην Ιθάκη, όπου ο ισπανικής καταγωγής πατέρας του υπηρετεί δικαστικός. Σπουδάζει σε Κέρκυρα, Αθήνα και Μόναχο φιλοσοφία, φιλολογία και αρχαιολογία. Επηρεάζεται από τις θεωρίες του Νίτσε, του Καντ και του Σοπενάουερ. Τον κερδίζει, μολαταύτα, η ποίηση. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία τυπώνει τα πρώτα του λυρικά ποιήματα και σκαρφίζεται σκακιστικά προβλήματα που δημοσιεύονται σε περιοδικά. Θεωρείται ο κορυφαίος σονετογράφος μας.
Το κίνημα του Γκαριμπάλντι τον ενθουσιάζει. Μάχεται ως αντάρτης στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και ως εθελοντής στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Δεν μπορεί να λείψει ασφαλώς από τους Βαλκανικούς Πολέμους, στους οποίους συμμετέχει ως επικεφαλής λόχου εθελοντών Γαριβαλδινών που χρηματοδοτεί με ίδιους πόρους. Στις 29 Νοεμβρίου 1912 σκοτώνεται στη μάχη του Δρίσκου, έξω απ’ τα Γιάννενα. «Το να πεθαίνεις για την πατρίδα είναι ο πιο γλυκός θάνατος», ψιθυρίζει ξεψυχώντας.
Αρτια μορφή έχουν τα σονέτα του και εισάγουν πρωτότυπα στοιχεία. Χαρακτηριστικό η περίφημη «Καλλιπάτειρα». Ιδού: «Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;/ Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία/ εδώθε». «Εχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,/ τρία αδέρφια, γιο, πατέρα, Ολυμπιονίκες.// Να με αφήσετε πρέπει Ελλανοδίκες/ και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία/ κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα/ παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκες.// Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια·/ στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει/ με της αντριάς τ’ αμάραντα προνόμια./ Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει/ σ’ αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου/ ύμνος χρυσός τ’ αθάνατου Πινδάρου».
