Μπήκα από την πλαϊνή πόρτα. Μουδιασμένη η ψυχή. Πριν από είκοσι μέρες, καθώς διάβαινα την είσοδο στο Πεδίον του Αρεως, ένιωθα ανάλαφρος. Ισως το μελισσοβουητό από τους επισκέπτες στο Φεστιβάλ Βιβλίου να με προετοίμαζε για μια μυστηριακή επικοινωνία με βιβλία που ακόμη που δεν τους είχα συστηθεί. Ισως να ήταν και η φωνή του Βασίλη Χατζηιακώβου που έδινε, από την αθέατη μεριά του, πληροφορίες για την ανακάλυψη αναγνωστικών επιλογών.
Το απόγευμα της Κυριακής ένιωθα τα πόδια μου βαριά. Ισως και από ενοχή που διάλεξα τα κλαρίνα αντί για το Σύνταγμα. Μπα, σι θιαμαίνομαι. Ερημιά. Μόνο οι φύλακες και κάποιοι που επέλεξαν τις άγονες διαδρομές ανάμεσα στα δέντρα. Και τότε φύσηξε αέρας, η μετεωρολογική υπηρεσία προέβλεπε αέρηδες και δυνατές βροχές. Ακούγονται όργανα. Και όσο σιμώνω ξεδιαλύνονται τα λόγια του τραγουδιστή. «Σ’ αφήνω την καλονυχτιά, λαμπάδα μου γραμμένη». Στάθηκα ακίνητος. Μου αρέσει πολύ το τραγούδι αυτό. Αλλά το σάλιο για ποιον λόγο δεν κατεβαίνει στον καταπιώνα;
Θαμαστικά πράματα που θα ’λεγαν οι παλιότεροι. Ο δρόμος των βιβλίων του φεστιβάλ έγινε χοροστάσι. Με πολλά νέα παιδιά που αστραποβολούσαν τα μάτια τους. Ολοι μαζί. Ξένοι και δικοί. Να ιδρώνουν. Ο καιρός νοτισμένος, μύριζε βροχή ο αέρας. «Τούτη η γης που την πατούμε», τραγουδούσε ο τραγουδιστής με λυγμό. Αμάν, μ’ έπιασαν, αναλογίστηκα. Πατούσα την πρασιά, για να κόψω δρόμο. Ομως, λάθεψα. Αλλο έλεγε ο στίχος. Ολοι μέσα θε να μπούμε. Δεν κρυβόταν αλλοτινούς καιρούς οι άνθρωποι από τον θάνατο.
Και τότε έμαθα το νέο. Στο παγκάκι συζητούσε μια παρέα. Τα ’μαθες, έφυγε ο γιατρός ο Ηλίας. Ο Νάστος, άνθρωπέ μου, που σου έκανε την εγχείρηση. Από τη Σκούπα. Κατάλαβα. Να γιατί δεν με βάσταγαν τα πόδια. Κουραφέξαλα, θύμωσα με τη σκέψη μου. Ο ορθολογιστής εαυτός ήταν απηνής διώκτης του συναισθηματικού. Που θυμόταν πού και πού την πίστη στη διαίσθηση.
Κάθισα στο παγκάκι. Τούτη τη φορά ήταν από στενοχώρια. Ημουν βέβαιος. Που χάθηκε ο Ηλίας, ο αντιναύαρχος γιατρός που παρέμεινε ένα παιδί. Με αγάπη για τον συνάνθρωπο. Με σεβασμό στον άρρωστο. Ενας γιατρός παλαιάς κοπής. Που δεν κοίταζε τον πάσχοντα πρώτα στην τσέπη του και στην πιστωτική του κάρτα.
«Τυχερός» που πέθανε τέτοια μέρα. Στο ετήσιο πανηγύρι της Πανηπειρωτικής. Η είδηση για το φευγιό του ανακατεύεται με τους ήχους του κλαρίνου και του βιολιού. Να τον κουβαλήσουν πάνω στις νότες, σ’ εκείνη τη φτενή γη των Τζουμέρκων, ν’ αναπαυτεί η ψυχή του. Αφήνοντας εμάς με τη γλώσσα πετσί από τη θλίψη. Που χάθηκε ένας ουμανιστής γιατρός. Που νοιάζονταν για τους ανήμπορους.
Σ’ αφήνω την καλονυχτιά, γιατρέ. Ανθρωπε γραμμένε. Μπαίνω στον χορό, να σ’ αποχαιρετήσω κατά πώς πρέπει. Χορεύοντας.
