ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Παπαδημητρίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από δύο ταπεινές λέξεις («Τα πατάκια») που επελέγησαν ως τίτλος ενός βιβλίου; Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την εξίσου ταπεινή παπαρούνα που επελέγη ως εξώφυλλο; Λίγα πράγματα ενδεχομένως θα πει κανείς ως πρώτη αντίδραση. Και όμως. Ενας πιο παρατηρητικός αναγνώστης θα προσέξει κάτω από την παπαρούνα μια ανεπαίσθητη σφραγιδούλα: «Γυάρος. Πρωτομαγιά ’74».

Μέσα λοιπόν από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Στέλιου Παππά (εκδόσεις Εύμαρος) ξαναζωντανεύει η πορεία και η ζωή εκατοντάδων παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στην Κατοχή ή αμέσως μετά από αυτήν. Πώς το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς υποχρέωσε, λόγω κάποιου φακέλου προφανώς, τον «Ηρακλή» (αυτό είναι το όνομα του ήρωά μας) και της οικογένειάς του να μεταναστεύσουν προς κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο, στην Αθήνα εν προκειμένω. Και μετά το νυχτερινό σχολείο αλλά και οι σπουδές σε κάποιο Πανεπιστήμιο. Η ιστορία εκατοντάδων συνομήλικων νέων. Και ταυτόχρονα η ενασχόληση με την πολιτική με το όραμα μιας καλύτερης και δικαιότερης ζωής. Μέσα από τις τάξεις -μιλώντας για τον Ηρακλή- της Νεολαίας της ΕΔΑ, των Λαμπράκηδων, του Ρήγα Φεραίου και μεταδικτατορικά του ΚΚΕ Εσωτερικού, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Ομως το ανά χείρας βιβλίο -με τα λογοκριμένα γράμματα της Γυάρου στο παράρτημα- δεν είναι ένα τυπικό ιστορικό βιβλίο που αποτυπώνει την πιο ανώμαλη 30ετία που έζησε ο τόπος. Είναι η ζωή του Ηρακλή αλλά και πώς αυτή είναι απόλυτα συνυφασμένη με τα πολιτικά γεγονότα της κάθε περιόδου.

Για να συνειδητοποιήσει κανείς πώς η πολιτική επηρέαζε τους ανθρώπους τότε, αρκεί να διαβάσει για τον γάμο του με τη Ματίνα, πώς ξεκίνησε κρυφά στις 20 Νοεμβρίου του 1973 αλλά τελείωσε με τον πανηγυρικό τρόπο που πρέπει σε κάθε τέτοια τελετή περίπου έναν χρόνο μετά, όταν πια η χούντα είχε πέσει επιτέλους. Με καλεσμένους, φωτογραφίες και τραπέζι.

Και σε αυτόν τον ενδιάμεσο χρόνο, αλλά και όλους τους προηγούμενους της επταετίας, παρανομία, σύλληψη, βασανιστήρια, εξορία για τον Ηρακλή -και εν τω μεταξύ «το νυφικό της Ματίνας κρεμόταν άθικτο, αφόρετο στην κρεμάστρα του σπιτιού τους». Οσο για τον πρώτο γάμο ήταν προορισμένος να γίνει στις 24 Νοεμβρίου 1973, επειδή όμως θα ερχόταν -απρόσκλητη- και η Ασφάλεια, προτιμήθηκε να γίνει τέσσερις μέρες νωρίτερα σε ένα διαμέρισμα στην Καισαριανή, αλλά με παπά και κουμπάρο (μόνο)!

Η πρώτη επαφή του Ηρακλή με τα νεολαιίστικα σχήματα της εποχής στα 15 του, στο 2ο Νυχτερινό Σχολείο. Δέκα χρόνια μετά «ξημέρωσε η Νύχτα», εκείνο το πρωινό της 21ης Απριλίου 1967, στο σπίτι της Αγίου Μελετίου στην Κυψέλη. Ενώ δεν άργησε η πρώτη σύλληψη, με αρνητικό πρωταγωνιστή τον διαβόητο Θεοφιλογιαννάκο στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Ακολούθησε η φυλάκιση στην Τρίπολη.

Η χαρά της αποφυλάκισης δεν κράτησε πολύ, καθώς το σημείωμα («…δι’ υπόθεσίν σας») τον έφερε στην Μπουμπουλίνας και τον επίσης διαβόητο Κραβαρίτη: «Τον χτυπούσαν στις πατούσες με ένα μακρύ ρόπαλο. Ο πόνος διαπερνούσε όλο το κορμί και έφτανε μέχρι τον εγκέφαλο». Τακτικές εξάλλου και οι… επισκέψεις του στα κελιά της Μεσογείων.

Επεται το εξεγερτικό 1973 με τις κινητοποιήσεις στην ΑΣΟΕΕ, για να οδηγηθούμε στο Πολυτεχνείο εν τέλει. Μέλος της 5μελούς Γραμματείας της Συντονιστικής, ο Ηρακλής έχει πολλά να πει -και γράφει εν προκειμένω- για το τι συνέβη το τριήμερο στο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Πατησίων.

Στην κορύφωση της βίας κατά των εξεγερμένων ο Ηρακλής έχει να αφηγηθεί και δύο προσωπικά γεγονότα: πώς ο αδελφός του, ο Πάνος, «έφαγε μια σφαίρα, που του έσκισε ξώφαλτσα τη γάμπα», αλλά πώς και μια άλλη σφαίρα «περνάει πάνω από το γερμένο κορμί του και σκοτώνει τον “ανώνυμο” που βρισκόταν πίσω του». Το δεύτερο περιστατικό έχει να κάνει με την αποβολή της Ματίνας, καθώς «έτρεχε να προφυλαχτεί, έπεσε και τσαλαπατήθηκε»… Ο Ηρακλής διαφεύγει τη σύλληψη πηγαίνοντας προς τη Νεάπολη.

«Οι μέρες μετά το Πολυτεχνείο ήταν δύσκολες για τον Ηρακλή. Ηταν πια παντρεμένος. Ενα μικρό αγοράκι να μεγαλώνει στην κοιλιά της Ματίνας». Το κρυφτό συνεχίζεται -με δικτατορία Ιωαννίδη πλέον-, με τον Ηρακλή να αλλάζει κρυψώνα (αυτήν που του βρήκαν οι αείμνηστοι δημοσιογράφοι Πάνος Γεραμάνης και Κώστας Παπαϊωάννου). Η νέα σύλληψη δεν αργεί ωστόσο: προορισμός τούτη τη φορά η Μεσογείων, αλλά ο Ηρακλής δεν… κωλώνει, απαντά στα περιπαικτικά σχόλια του Κραβαρίτη. Μετά αλλάζει η τακτική των βασανιστών: «Αιματοκύλησες την Αθήνα, είσαι για την κρέμαλα» – απειλή που διατυπώθηκε και στον πατέρα του, τον μπαρμπα-Νίκο, για την τύχη του γιου του.

Επόμενο κεφάλαιο, η Γυάρος, αυτό το «Κάτεργο στο Πουθενά», με αναλυτική αναφορά στην καθημερινότητα των πολιτικών κρατουμένων, κομμουνιστογενών και μη.

Απογευματάκι της 23ης Ιουλίου 1974 και «πρώτη νύχτα που οι εξόριστοι θα κοιμόντουσαν στη Γυάρο με ανοιχτές τις μπάρες». Δύο μέρες μετά, στο πλοίο της λευτεριάς με αποβίβαση στο Πόρτο Ράφτη, ανάμεσα στις αγκαλιές συγγενών, φίλων και συντρόφων – «η Ματίνα έσπασε την αλυσίδα των χωροφυλάκων, έτρεξε στον καταπέλτη του καραβιού και ρίχτηκε στην αγκαλιά του Ηρακλή», σκηνή αλησμόνητη.

Κλείσιμο με δύο διευκρινίσεις: «Τα πατάκια» ήταν ένα γαμήλιο δώρο αλλά με έντονο -πολιτικό- συμβολισμό για τον συγγραφέα. Οσο για την αποξηραμένη παπαρούνα ήταν κολλημένη πάνω σε ταχυδρομικό δελτάριο, στο πίσω μέρος του οποίου ο Στέλιος έγραψε ποίημα αφιερωμένο στην Πρωτομαγιά του 1974 και στο «Ματινάκι μου». Η ιστορία του Στέλιου, η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς.