ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Κοσμίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν ρωτούσαμε έναν μέσο Ευρωπαίο πολίτη πότε ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η πιθανότερη απάντηση θα ήταν το 1939, με την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία. Αν οι γνώσεις του ήταν λίγο πιο διευρυμένες, ίσως να απαντούσε το 1935, με την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία. Ελάχιστοι θα απαντούσαν πως ο πόλεμος ξεκίνησε το 1931 με την εισβολή της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία. Η απάντηση αυτή αντανακλά μια μεταβολή που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Τι έχει αλλάξει όμως σήμερα ώστε να καλούμαστε να εντάξουμε στο ευρωπαϊκό μνημονικό αφηγήσεις που άλλοτε δεν θεωρούσαμε μέρος της κληρονομιάς του Β’ Π.Π.;

Μια ουσιαστική και πολυεπίπεδη συζήτηση για τα ορατά και νοητά λείψανα του Β’ Π.Π. διοργάνωσε στις 17-19 Σεπτεμβρίου το European Network Remembrance and Solidarity (ENRS) στην Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου, σε έναν χώρο ο οποίος φέρει ακόμα στους τοίχους τα σημάδια της Μάχης του Βερολίνου.

Η συνάντηση κατέγραψε πολλαπλές αναμενόμενες και ακόμα περισσότερες άγνωστες πτυχές της κοινής μας ιστορίας. Από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα στρατιωτικά νεκροταφεία μέχρι την ετήσια δημόσια τελετουργία για τον τερματισμό του πολέμου και από τις σιδηροδρομικές γραμμές μέχρι τα άδεια παπούτσια (1), στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών χτίστηκε μια αφήγηση που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδιαμφισβήτητη. Ο διάλογος στο συνέδριο έδειξε πως το οικοδόμημα αυτό δεν είναι αδιάρρηκτο. Η μνήμη αποκαλύπτεται ρευστή, επιλεκτική, εργαλειακή και μονοδιάστατα ευρωκεντρική. Οχι μόνο ως ιστορική ανάμνηση αλλά και ως εργαλείο στις σύγχρονες γεωπολιτικές συγκρούσεις, η μνήμη του Β’ Π.Π. ξανασυστήνεται και απαιτεί εκ νέου την προσοχή μας.

Οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης συνθέτουν ένα ζωηρό εργαστήριο αναμέτρησης με αυτή τη μνήμη. Η Πτώση του Τείχους άνοιξε τα σύνορα όχι μόνο στην ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων αλλά και στην αντιπαραβολή τραυμάτων, στην επανεμφάνιση αθεράπευτων πληγών του παρελθόντος και στην ανάγκη επίλυσης διαφορών που ο Ψυχρός Πόλεμος κρατούσε στη σιωπή. Το δίκτυο, στο οποίο συμμετέχουν η Πολωνία, η Γερμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Ρουμανία και η Τσεχία (2), αποτελεί μια σύγχρονη διακρατική προσπάθεια σύνθεσης ενός κοινού πεδίου μνημονικού διαλόγου.

Για έναν Ελληνα ερευνητή του ευρωπαϊκού μνημονικού πεδίου με ενδιαφέρον στην πολιτική ερμηνεία των πραγμάτων, αυτές οι μνημονικές διεργασίες αποδεικνύονται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και προκλητικές. Συζητώντας με τον δρα Konrad Bielecki, υπεύθυνο ακαδημαϊκών προγραμμάτων του ENRS, εξήγησε ότι στόχος τους είναι η διαμόρφωση ενός χώρου ανοιχτού σε διαφορετικές θεωρήσεις γύρω από ζητήματα σύγχρονης ιστορίας και μνήμης. Οπως τόνισε, το συνέδριο λειτούργησε ως πλατφόρμα συζήτησης πάνω στις διαφορετικές ερμηνείες όρων και ταυτοτήτων. Ο ίδιος αναγνωρίζει πως η σύνθεση μιας ενιαίας αφήγησης για την ευρωπαϊκή ιστορία είναι εξαιρετικά δύσκολη, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι αξίζει να επιδιώκεται στην κατεύθυνση ενός επιστημονικού λόγου για τη μνήμη που θα υπηρετεί τις αρχές της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας.

Πόσο ανοιχτή, όμως μπορεί να είναι μια τέτοια στόχευση σε διαφορετικές ή και συγκρουόμενες ερμηνείες οι οποίες μπορεί να επικαλούνται εξίσου την προστασία αυτών των αξιών; Και πόσο αντέχει να αναμετρηθεί ένας τέτοιος διάλογος με επικίνδυνες αναθεωρητικές προσεγγίσεις της Ιστορίας;

Ο Bielecki μάς υπενθυμίζει πως το ENRS γεννήθηκε από την ανάγκη υπέρβασης των διαφορών μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας (3), μετά το 1989, και με αναφορά στη διασύνδεση των χωρών-μελών μέσω της τραυματικής εμπειρίας των πολιτικών υποχρεωτικής μαζικής μετακίνησης πληθυσμών κατά τον 20ό αιώνα. Σημειώνει πως παρά την αντίληψη ότι οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μοιράζονται μια κοινή αφήγηση εν προκειμένω περί της κληρονομιάς του Β’ Π.Π., η πραγματικότητα είναι πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αντιθέτως, ακόμη και στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών, καταγράφεται ένας πλουραλισμός αναγνώσεων και μια πάλη μεταξύ θεσμοθετημένης και σιωπηλής μνήμης, την οποία κατέδειξαν και εισηγήσεις του συνεδρίου. «Δεν θέλω να υπερβάλω για το βάρος του φορέα μας», κατέληξε, «όμως η φύση της δουλειάς μας -ως πλατφόρμας διαλόγου- επιτρέπει στις χώρες που εκπροσωπούνται να εκφράσουν ακόμη και τα πιο ανοιχτά, ακανθώδη θέματα, έστω και αν δεν προκύψει τελικώς μια κοινή κατανόησή τους».

Πράγματι, το συνέδριο δεν απέφυγε τα ακανθώδη ζητήματα. Από την πρώτη κιόλας συνεδρία, η ομιλία της γεννημένης στην πρώην Σοβιετική Ενωση και στη συνέχεια εγκαταστημένης στο Ισραήλ, υποψήφιας διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο Humboldt, Anat Kraslavsky, έθεσε τη μνήμη του Β’ Π.Π. σε δυναμικό διάλογο με το σήμερα. Τυλιγμένη με κεφίγε, αναφέρθηκε στο πώς βιώνει τη συστημική σιωπή ως ερευνήτρια εβραϊκής καταγωγής η οποία στέκεται στο πλευρό των Παλαιστινίων. Θυμήθηκε πως θέλοντας να αποκτήσει τη γερμανική υπηκοότητα, έπρεπε να αποδεχτεί -ως μέρος και της δικής της νέας ταυτότητας- την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας έναντι του Ισραήλ. Μη γνωρίζοντας αρχικά τη γλώσσα, εργάστηκε σε ένα ίδρυμα στο Νταχάου όπου και μόνο η ταυτότητά της αρκούσε για να θεωρείται αυτονόητο πως έπρεπε να απαγγέλλει ιουδαϊκές προσευχές στους επισκέπτες. Ενιωσε πως δεν είχε αξία για τις ιδέες της ούτε για όσα εξέφραζε, αλλά αποκλειστικά για τον συμβολισμό της καταγωγής της.

Από την ομιλία της υποψήφιας διδακτόρισσας στο Πανεπιστήμιο Humboldt, Anat Kraslavsky

Η Kraslavsky αναρωτήθηκε αν όλες οι φωνές των σημερινών Εβραίων έχουν θέση στους χώρους μνήμης ή αν επικρατεί μόνο μια νεκρόφιλη -όπως τη χαρακτήρισε- πολιτική, η οποία, στο όνομα των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, απαιτεί τη σιωπή όσων βρίσκονται σε σύγκρουση με την ανοχή απέναντι στη γενοκτονική πολιτική στη Γάζα. Απέναντι στην ισχυρή αυτή δήλωση, το κοινό ανταποκρίθηκε με ένα δυνατό χειροκρότημα (4).

Ο κορυφαίος ιστορικός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και των μνημονικών αφηγήσεων, καθηγητής του Yale, Jay Winter

Στην κεντρική διάλεξή του, ο κορυφαίος ιστορικός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και των μνημονικών αφηγήσεων, καθηγητής του Yale, Jay Winter, εμβάθυνε τη σύνδεση της κληρονομιάς του Β’ Π.Π. με τις σημερινές εξελίξεις. Τόνισε πως αυτός ο πόλεμος γέννησε έναν πολυπολικό κόσμο, τον οποίο επιμένουν να αγνοούν μόνο όσοι διαβάζουν ευρωκεντρικά την παγκόσμια ιστορία. «Η μνήμη (memory) είναι προϊόν και η ανάμνηση (remembrance) είναι διαδικασία», σημείωσε. Κάλεσε τους συμμετέχοντες να θυμηθούν πως μετά την Κίνα, η σοβιετική Ρωσία είχε τα περισσότερα θύματα στον πόλεμο και η συμμετοχή της συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη κατά του ναζισμού. Οπως τόνισε, αυτή η συμβολή δεν πρέπει να αποσιωπάται στο πλαίσιο κριτικής κατά των εγκλημάτων του σταλινισμού και του απολυταρχισμού. Παράλληλα, εξήγησε πως αυτός ο πόλεμος δεν είχε καμία σχέση με τους πολέμους του 19ου αιώνα. Οι πόλεμοι του 20ού αιώνα, καθώς και οι σημερινοί στην Ουκρανία, στη Γάζα και άλλοι που επιδεικτικά αγνοούμε, δεν είναι στρατιωτικές συγκρούσεις αλλά πόλεμοι κατά αμάχων. Ακόμη και τα πολεμικά μουσεία αποστρατιωτικοποιούνται, καθώς εστιάζουν όλο και περισσότερο στα εγκλήματα κατά αμάχων. Και αυτή είναι η πιο βαριά κληρονομιά του περασμένου αιώνα.

Στην κληρονομιά αυτή η Ευρώπη πρέπει να θυμηθεί πως δεν είναι μόνη της. Οπως ανέφερε εκπαιδευτικός από τη Σιγκαπούρη για τους φοιτητές του, το Ολοκαύτωμα εντάσσεται σε μια ευρύτερη εμπειρία της δυτικής βαρβαρότητας, γνωστής στους λαούς της Ασίας μέσω της αποικιοκρατίας. Από την πλευρά της, η Λατινοαμερικάνα υποψήφια διδάκτωρ στις Σπουδές Ειρήνης και Σύγκρουσης στο University of Foreign Studies του Τόκιο, Sofía Huerta Nunes, αναφέρθηκε στην περίπτωση της Οκινάουα. Οι κάτοικοί της, εδώ και δεκαετίες, διαδηλώνουν τρεις φορές ημερησίως κατά των αμερικανικών βάσεων που εγκαταστάθηκαν στο νησί τον Β’ Π.Π. Οι διαδηλώσεις με ισχυρά φεμινιστικά και αντιπολεμικά χαρακτηριστικά κρατούν ζωντανή τη μνήμη των εκατοντάδων γυναικών που κακοποιήθηκαν σεξουαλικά από τα αμερικανικά στρατεύματα. Το κίνημα συνδέεται με τα αντιαποικιοκρατικά αιτήματα και τον αγώνα για ελευθερία άλλων λαών του κόσμου, όπως του παλαιστινιακού ή της Λατινικής Αμερικής, με σαφείς τις σχετικές αναφορές στα αιτήματα των διαδηλώσεων. Παρά τις απειλές από χώρες όπως η Κίνα και η Βόρεια Κορέα, η παρουσία του αμερικανικού στρατού, ως «κληρονομία» του πολέμου, δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τους κατοίκους.

Αυτή η διασταύρωση αφηγήσεων και εμπειριών είναι η πραγματικότητα ενός κόσμου όπου τα λείψανα του Β’ Π.Π. αναδιατάσσουν διαρκώς τον χάρτη της μνήμης. Απευθυνόμενος στους ιστορικούς, ο Winter ζήτησε να σκεφτούν τελείως διαφορετικά την ιστοριογραφία των πολέμων στο εξής. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, τα δυτικά Πανεπιστήμια δεν συμπεριελάμβαναν τις ασιατικές αναγνώσεις του Β’ Π.Π. στη διδασκαλία τους. Κι όμως, η Κίνα διαθέτει σήμερα έξι μουσεία, όχι γενικά αφιερωμένα στην περίοδο αυτή αλλά με ειδική αναφορά τη σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών, γεγονός που μαρτυρά μια σπάνιας έντασης και θεματικής εστίασης κρατική μνημονική στρατηγική. Οι παλαιοί μνημονικοί γίγαντες καλούνται πλέον να αναθεωρήσουν τις αφηγήσεις τους, αν θέλουν να έχουν θέση στη νέα διαμόρφωση της ιστορικής ανάγνωσης, τόνισε ο καθηγητής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ποιον ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν οι χώροι μνήμης της Ευρώπης; Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιτάχυνε διαδικασίες: Μνημεία της αντιφασιστικής αντίστασης στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ παλεύουν να κρατηθούν όρθια απέναντι στις φωνές που επιζητούν την αποκάθαρση του δημόσιου χώρου από οτιδήποτε συνδέεται με τη σοβιετική αφήγηση περί του Β’ Π.Π. Τα νεκροταφεία πεσόντων του Κόκκινου Στρατού στην πρώην Ανατολική Γερμανία συνεχίζουν να προστατεύονται από τη διμερή συμφωνία Ρωσίας-Γερμανίας. Ετεροι ισχυροί όμως μνημονικοί χώροι μπαίνουν στο παιχνίδι δημόσιας τοποθέτησης έναντι των σύγχρονων συγκρούσεων. Το Μουσείο Berlin-Karlshorst, όπου υπεγράφη η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας, από τις 24 Φεβρουαρίου 2022 υψώνει στην είσοδό του μόνο τη σημαία της Ουκρανίας, αφαιρώντας τις σημαίες της Ρωσίας, της Λευκορωσίας και της Γερμανίας. Το δε ιστορικό σοβιετικό τανκ στον αύλειο χώρο του, από σύμβολο νίκης μετεξελίσσεται σε σύμβολο σύγκρουσης για το βάρος που η σύγχρονη μνήμη φορτώνεται από το παρόν. Οι υπεύθυνοι του μουσείου αποτρέπουν, πλέον, τους επισκέπτες από την τοποθέτηση λουλουδιών και κεριών στο τανκ, θέτοντας το ερώτημα πώς αντιμετωπίζουν αυτό το σύμβολο. Οι απαντήσεις παρουσιάζουν ένα εύρος αντίθετων απόψεων και επιβεβαιώνουν πως η αφήγηση της κοινής νίκης των Συμμάχων και των λαών κατά του ναζισμού-φασισμού δεν στέκεται το ίδιο ισχυρή πλέον.

Οι αλλαγές αυτές δεν είναι απλά σημειολογικές, καθώς οι χώροι μνήμης αποδεικνύεται πως δεν είναι ουδέτεροι στις εξελίξεις. Καθώς μεταβάλλεται η αφήγησή τους, οι χώροι μνήμης μετεξελίσσονται σε πεδία πολιτικών ερμηνειών, όπου παράγεται ιδεολογία και νομιμοποιούνται νέες αναγνώσεις. Ως εκ τούτου, η εργαλειοποίηση της μνήμης δεν είναι ιστορικό «ατύχημα». Είναι επιλεγμένη στρατηγική.

Δεν πρέπει να αποσιωπηθεί η απουσία επίσημης ελληνικής εκπροσώπησης στις ευρωπαϊκές μνημονικές διεργασίες. Αλλά και στο εσωτερικό, οι μαρτυρικές κοινότητες αγωνίζονται χωρίς ουσιαστική υποστήριξη στην προσπάθειά τους να αντιστρατευθούν αναθεωρητικές αφηγήσεις και την επέλαση της λήθης που φέρνει αναπόφευκτα το πέρασμα του χρόνου. Η έλλειψη ενός συνεκτικού στρατηγικού εθνικού πλαισίου προαγωγής της μνήμης καταδεικνύει την ανάγκη διαλόγου και συνεργασίας των χώρων μνήμης, των μνημονικών κοινοτήτων, των επιστημόνων και ασφαλώς της ίδιας της πολιτείας. Σε διαφορετική περίπτωση, περιστατικά όπως η πρόσφατη επιχειρούμενη αλλοίωση της μνημονικής, ιστορικής και πολιτισμικής μας κληρονομίας στη Γέφυρα του Γοργοποτάμου, με τη διοργάνωση εκδηλώσεων διασκέδασης στη σκιά συμβόλων αντίστασης εγνωσμένης εθνικής και διεθνούς αξίας, θα προκύπτουν όλο και πιο συχνά, όσο αναρωτιόμαστε την ίδια στιγμή ποιος και τι προάγει αναθεωρητικά αφηγήματα.

Η μνήμη δεν μπορεί να περιορίζεται σε τελετουργικές διαδικασίες, σε μουσειακά εκθέματα και σε παλιές φωτογραφίες, καθότι τότε παραδίδουμε το ισχυρότερο ηθικό εργαλείο σε όσους επιχειρούν να ξαναγράψουν τα πάντα από την αρχή. Αν θέλουμε να είναι κάτι περισσότερο από μνημεία και μνημονεύσεις, αν κατανοούμε ποιος είναι ο ρόλος της στις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες, οφείλουμε να την επανεντάξουμε στον κόσμο όπως αυτός είναι σήμερα. Πολυπολικός, ανισομερής, γεμάτος αντιφάσεις και συγκρούσεις. Δηλαδή πραγματικός.

* Υπ. διδ. Αρχιτεκτονικής (ΔΠΘ). Συμμετείχε στο συνέδριο εκ μέρους του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού και της πλατφόρμας mnemonikon.gr.

1. Σύμβολο απουσίας και απώλειας με ποικίλες συνδηλώσεις που σε μια οικουμενική γλώσσα μεταφράζεται, σήμερα, ως φωνή διαμαρτυρίας για τις γενοκτονίες, τις γυναικοκτονίες και τους κλιματικούς πρόσφυγες.
2. Καθεστώς χώρας παρατηρητή έχουν η Αλβανία, η Αυστρία, η Εσθονία, η Γεωργία, η Λετονία και η Λιθουανία.
3. Ζητήματα όπως η μεταπολεμική εκδίωξη των γερμανόφωνων πληθυσμών από την Αλσατία ή οι ενεργές πολωνικές αξιώσεις για τις γερμανικές επανορθώσεις (οι οποίες είναι υπερπολλαπλάσιες των ελληνικών) δεν θα μπορούσαν να αποσιωπηθούν όσο οι δύο χώρες θα ανέπτυσσαν ένα νέο κλίμα γειτονίας και συνεργασίας. Αντίστοιχα θέματα, η διευθέτηση εδαφικών διαφορών και η προσπάθεια απαγκίστρωσής τους από το σοβιετικό παρελθόν τους οδήγησαν και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στο ίδιο τραπέζι διαλόγου.
4. Ο σχολιαστής του πάνελ, δρ Johannes Tuchel, διευθυντής του Κέντρου Μνήμης της Γερμανικής Αντίστασης (Gedenkstätte Deutscher Widerstand), απέρριψε τη χρήση του χαρακτηρισμού περί νεκροφιλίας της θεσμικής μνήμης του Ολοκαυτώματος στη Γερμανία, ως δάνειο μη συναφούς επιστημονικού πεδίου.