ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Μίντζηρας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δέκα πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι γράφουν μια καλοκαιρινή ιστορία. Δέκα συγγραφείς, που τύπωσαν βιβλίο την τελευταία τριετία και απασχόλησαν κριτικούς και αναγνωστικό κοινό, ανταποκρίθηκαν στην πρόταση του Ανοιχτού Βιβλίου να θέσουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία τους.

Δέκα πρωτότυπα διηγήματα θα μας συντροφεύσουν κάθε Σάββατο όλο το καλοκαίρι· κείμενα κουρδισμένα σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, παιγνιώδη, αμφίθυμη, πολιτική, δυστοπική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική.

Γι’ άλλη μία φορά οι βιβλιοφιλικές σελίδες της «Εφ.Συν.» κι αυτό το καλοκαίρι (κλείνοντας η παρούσα στήλη δεκατρία χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας) εκτός από αναγνωστική πυξίδα σάς προσφέρουν και αναγνωστική απόλαυση. Μετά τα διηγήματα της Δήμητρας Παναγιωτοπούλου, του Βαγγέλη Σέρφα, της Αταλάντης Ευριπίδου, της Εύης Καρκίτη και του Χάρη Καλαϊτζίδη, ακολουθεί του Κώστα Μίντζηρα

Μ.Φ.

﹌﹌﹌﹌﹌﹌﹌﹌﹌﹌

Ιούλιος, Σάββατο. Προχωρημένο μεσημέρι. Χυμένη στον καναπέ (το ύφασμά του είναι ανυπόφορα ζεστό για καλοκαίρι), με τα πόδια γυμνά, αφημένα στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού παλεύει να διαβάσει λίγες γραμμές απ’ το βιβλίο που ποτέ δεν καταφέρνει να το φτάσει στην τρίτη σελίδα του. Τ’ αφήνει ανοιχτό στα πόδια της και καρφώνει τα μάτια στην απρόσκλητη ηλιαχτίδα, που σε λίγα λεπτά με εκκωφαντική αναίδεια θα διαπεράσει (από μια τόση δα χαραμάδα) το κατεβασμένο ξύλινο ρολό του παραθύρου για να αναμετρηθεί μαζί της στα ίσια. Να κοντράρει τον ήλιο˙ ίσως σήμερα τον νικήσει. Αλλά κι αν δεν το πετύχει, δύοντας μεγαλόπρεπα αυτός (νικητής πια) πίσω από την απέναντι οικοδομή θα σημάνει ότι μέχρι την ίδια περίπου ώρα αύριο θα αποσυρθεί κι επιτέλους η σκιά κι αργότερα η νύχτα θα δροσίσουν λίγο το πυρακτωμένο δωμάτιο.

Φοράει βαμβακερή ανδρική φανέλα με τιράντες. Είναι αδύνατο να θυμηθεί πώς έχει βρεθεί στο συρτάρι της. Της έρχεται κάπως φαρδιά, αλλ’ έτσι την απαλλάσσει από το να φοράει σουτιέν καλοκαιριάτικα. Από κάτω ένα μποξεράκι (φαρδύ κι αυτό), που παλιότερα συνήθιζε να βάζει πάνω απ’ το βρακί τις νύχτες της περιόδου. Κίτρινο, με πολύχρωμες μικρές σημαίες κι ένα ξήλωμα στην εσωτερική ραφή του δεξιού ποδιού, που όλο ξεχνάει να ράψει˙ αυτό, τουλάχιστον, ξέρει ποιανού είναι.

Λίγα λεπτά μετά, η μάχη που ετοιμάστηκε να δώσει δεν έγινε ποτέ. Καλά καλά δεν πρόλαβε να εντοπίσει την ακτίνα να μπαίνει στο σαλόνι, πόσο μάλλον να ενοχληθεί με το θράσος και την έτσι κι αλλιώς χαμηλή (καθόσον δύουσα) έντασή της. Απρόσμενος σύμμαχος (τρόπος του λέγειν, αδυνατεί να ανεχθεί κοντά της κάθε είδους πετούμενα) ένα περιστέρι που, παρά τις διαφανείς πλαστικές ακίδες, που τοποθετημένες από τον προηγούμενο νοικοκύρη δεν αφήνουν ελεύθερο ούτε εκατοστό χώρου στο εξωτερικό μάρμαρο του παράθυρου, βρήκε τρόπο να σταθεί μπροστά από τη χαραμάδα, ίσως φτερουγίζοντας στον αέρα επί τόπου. Ανεξάρτητα απ’ την ενοχλητική αυτή εικόνα, αλήθεια είναι ότι η ανακούφιση απ’ τον ίσκιο που άθελά της προσφέρει η οικοδομή αποδεικνύεται κάθε φορά βαθιά κι αναζωογονητική, κυρίως προμηνύοντας τη νύχτα που ακολουθεί και την πολυπόθητη δροσιά που μακάρι να φέρει. Αφήνει το βιβλίο (ανοιχτό πάντα) στ’ αριστερό μπράτσο του καναπέ, ψάχνει στα τυφλά με τα πόδια τις σαγιονάρες και σηκώνεται αφήνοντας ένα ακαθόριστου σχήματος αποτύπωμα από ιδρώτα στο πυρωμένο βελουτέ ύφασμα του επίπλου.

Πλησιάζει η ώρα που όταν βρίσκεται στην εξοχή θαυμάζει την αποκαμωμένη ηρεμία της και στην πόλη βιάζεται να περάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα για να νυχτώσει. Η ώρα που αρχίζουν τα θερινά σινεμά κι η μουσική των τίτλων μπερδεύεται με τον ήχο των τηλεοράσεων απ’ τα γύρω μπαλκόνια. Η ώρα μ’ άλλα λόγια που θέλει χίλιες φορές να τη σβήσει˙ να μην υπάρχει. Γεμίζει βαριεστημένα ένα μεγάλο ποτήρι με κρύο νερό ψυγείου, πίνει μια μικρή γουλιά και κάθεται στο στενό σαν θρανίο τραπέζι της κουζίνας που εφάπτεται κατά μήκος στον τοίχο. Ονειρεύεται με σοβαρό ύφος ένα πρόγραμμα.

Θα είναι πρωί. Η ώρα δεν θα ‘χει πάει ακόμη έξι. Θ’ αρχίζει στο βάθος να χαράζει κι ήδη θα βαδίζει με αργό βήμα στην πλατιά λεωφόρο, δεξιά απ’ το ποτάμι. Η κίνηση θα ‘ναι ελάχιστη, φανάρια θα αναβοσβήνουν στο πορτοκαλί, ο ουρανός θα ‘χει σύννεφα. Θα κάνει μια ευχάριστη δροσιά, σχεδόν ήπιο κρύο. Θα ανασηκώνεται κάθε τόσο λίγο πάνω απ’ το έδαφος και θα περπατάει στον αέρα ν’ αποφύγει τα νερά του δρόμου. Θα αδιαφορεί για τις ακαθαρσίες σκύλων σε διάφορα σχήματα κι αποχρώσεις που συναντά στ’ αριστερά της. Στα δέντρα δεξιά της θα κρέμονται ασημί γιρλάντες με μικρές, χάρτινες (ή πλαστικές;) σημαίες χωρών με πράσινο χρώμα. Στην απέναντι όχθη, αν και θα ‘χει περισσότερη ηλιοφάνεια, θα βρέχει. Οι προσόψεις των κτιρίων που βρίσκονται εκεί, μπαρόκ ή αυτό το κακομαθημένο ροκοκό, βαμμένες ώχρα. Τα περισσότερα παράθυρα θα είναι χωρίς παντζούρια και στα τζάμια τους θα γυαλίζουν σταγόνες της βροχής που απτόητη θα πέφτει κι ακανόνιστα θα τα λεκιάζουν. Η ιδιορρυθμία του καιρού ένθεν κι ένθεν του ποταμού θα κάνει καθεμία από τις δύο κοντινές γέφυρες κατά το ήμισυ να καλύπτεται από σύννεφα και κατά το υπόλοιπο τμήμα τους από ήλιο και βροχή.

Εκεί, απολύτως βέβαιη πως γίνονταν παλιά ανταλλαγές κατασκόπων, θα πάψει να βαδίζει. Θα σταθεί απορημένη να δει ποιος θα προσφερθεί να την αντικαταστήσει, ποιος θ’ ανταλλάξει τη θέση του μαζί της. Η πλευρά με τη συννεφιά θα την περιμένει. Φθάνοντας θα δει πως μπροστά απ’ τα κτίρια, σχεδόν κρυμμένα επιμελώς πίσω από κοντοκουρεμένους θάμνους, βρίσκονται δύο παγκάκια με κρυστάλλινη πλάτη, σκελετό από μέταλλο βουτηγμένο σε μικρές, κυκλικές, τεχνητές λίμνες με μοβ πυθμένα. Το κάθισμα θα ‘ναι αρκετά ψηλά, ώστε τα πόδια των καθήμενων (ιδίως όσων δεν μπορούν να περπατούν στο αέρα) να μη βυθίζονται στο νερό. Από κει καμία επιθυμία δεν θα ‘χει να γυρίσει. Πράγμα που ουδόλως την ενοχλεί˙ τουναντίον την καθησυχάζει.

* Από τις εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορεί η νουβέλα του Κώστα Μίντζηρα «Στην πόρτα».