Οχι εγώ, κύριοι δικαστές, ένας νεκρός είναι αυτός που σας μιλάει με το στόμα μου. Δεν είμαι εγώ που στέκομαι εδώ, δεν είναι δικό μου αυτό το χέρι που σηκώνεται, δεν είναι δικά μου τα μαλλιά αυτά που τώρα έχουν ασπρίσει, δεν είναι δική μου πράξη αυτή, δεν είναι δική μου πράξη».
Ετσι ξεκινάει το μυθιστόρημα του Πέτερ Φλαμ με τίτλο «Εγώ;» και λίγο πιο κάτω συνεχίζει «Δεν είμαι τρελός, ή έτσι νομίζω. Αλλά βρίσκομαι εδώ και δέκα χρόνια κάτω από το χώμα, τα μέλη μου έχουν σαπίσει, τα κόκαλά μου είναι γκρίζα σκόνη, η ανάσα μου – δεν έχω πια ανάσα». Ποιος μιλάει λοιπόν; Ποιος είναι ο αφηγητής που στον τίτλο διερωτάται «Εγώ;» και, αρχίζοντας να αφηγείται, δηλώνει πως δεν είναι ο εαυτός του; Πρόκειται, μαθαίνουμε, για τον Βίλχελμ, έναν φτωχό στρατιώτη, που πέθανε στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον θάνατό του, υφαρπάζει την ταυτότητα ενός άλλου νεκρού, του Χανς, καταξιωμένου χειρουργού όπως πληροφορούμαστε στη συνέχεια. Του αποσπά το διαβατήριο, οικειοποιείται την ταυτότητά του και στη συνέχεια το σπίτι του, την οικογένειά του, το επάγγελμα, τη μοίρα του.
Η οικειοποίηση της ταυτότητας ενός άλλου θα μπορούσε να αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια αστυνομική πλοκή, σε ένα θρίλερ μυστηρίου ή πιθανόν και σε μια κωμωδία παρεξηγήσεων. Εδώ όμως όχι μόνο ο κάτοχος της ταυτότητας αλλά και αυτός που την υφαρπάζει είναι νεκροί. Εξαρχής λοιπόν βαδίζουμε σε έδαφος ολισθηρό από πλευράς ρεαλισμού. Η ολισθηρότητα αυτή, καθώς προχωρά η δράση, εντείνεται: ο τέως Βίλχελμ και νυν Χανς πηγαίνει στο σπίτι του πραγματικού Χανς και συναντά εκεί τη γυναίκα του και το μικρό του κοριτσάκι. Καθώς προχωρά η πλοκή συναντά και άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντος του γιατρού, παλαιούς ασθενείς του, μια πρώην ερωμένη, έναν αντίζηλο. Κανείς δεν παραξενεύεται. Μόνο ο σκύλος του Χανς αντιλαμβάνεται εξαρχής τον εισβολέα, του γρυλίζει, του επιτίθεται. Σταδιακά όμως ακόμα κι αυτός τον εμπιστεύεται και αποδέχεται τον μεταμορφωμένο του κύριο.
Ανήκει λοιπόν το ανά χείρας μυθιστόρημα στον χώρο του συμβολισμού; Στο ευρύ ίσως είδος του φανταστικού; Μήπως ο Βίλχελμ -μέσα απ’ τον πυρετικό εσωτερικό μονόλογο του οποίου παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα- δεν είναι στην πραγματικότητα νεκρός αλλά ένας στρατιώτης που βιώνει ακραία ψυχική αλλοτρίωση, μια σχάση του εαυτού και άρα εμπίπτει στην κατηγορία του αναξιόπιστου αφηγητή;
Ο συγγραφέας δεν μας προσφέρει την απάντηση. Ο Γερμανοεβραίος Πέτερ Φλαμ (1891-1963), παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα, είχε εργαστεί ως γιατρός, κι όταν το 1933 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία, μετανάστευσε στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως ψυχίατρος. Εχει ζήσει το τραύμα του πολέμου και έχει υπάρξει μάρτυρας τραυμάτων. Το μυθιστόρημά του «Εγώ;» αναδύθηκε από τις στάχτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τις ίδιες στάχτες που ξεπήδησε το κίνημα του μοντερνισμού, στο οποίο ολοφάνερα εντάσσεται: πρωτοπρόσωπη αφήγηση, διάτρηση των ορίων ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, πολυσημία, έμφαση στο ψυχολογικό στοιχείο και, ας το επαναλάβουμε: χρήση του εσωτερικού μονολόγου ως κατεξοχήν εργαλείου αφήγησης και περιγραφής. Ο εσωτερικός μονόλογος, έτσι όπως χρησιμοποιείται εδώ, ασθματικός, αγωνιώδης, αποπροσανατολισμένος, ενίοτε παραληρηματικός, τοποθετεί τον αναγνώστη μέσα στο ταραχώδες ψυχικό τοπίο του ήρωα, τον καθιστά μέτοχο της διασάλευσής του, του φορά τους παραμορφωτικούς σπασμένους φακούς του, κάνοντάς τον κοινωνό του τρόμου του.
Πολύ εύστοχα η Μαρία Μαντή, η οποία υπογράφει εκτός από την υποδειγματική της μετάφραση και ένα εμπεριστατωμένο επίμετρο, αναγνωρίζει στο μυθιστόρημα επιρροές από το κίνημα του εξπρεσιονισμού: τη σκοτεινή απαισιόδοξη ματιά, την παραμόρφωση και την υπερβολή ως εργαλεία απεικόνισης μιας πραγματικότητας που δεν μπορούσε πια να αποτυπωθεί με τους παλαιότερους τρόπους. Μονολογεί ο διχασμένος ήρωας: «Πώς να το διηγηθώ αυτό με μια γλώσσα που δεν είναι η δική μου; Πώς να με πιστέψετε, όταν εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να πιστέψω τον εαυτό μου;». Το «Εγώ;» είναι αυτή η κραυγή απόγνωσης απέναντι στο «ανείπωτο». Κι αν δεν ήταν έργο λογοτεχνίας αλλά ζωγραφικής, θα μπορούσε να είναι το εμβληματικό έργο του γερμανικού εξπρεσιονισμού «Η Κραυγή» του Εντβαρντ Μουνκ.
