Μπομπ ή Ρόμπερτ;… Αυτό τον ρωτήσαμε σαν είχε έρθει στην Ελλάδα, πριν από ένα χρόνο, για το υπέροχο ανέβασμα της παράστασης «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Εντ. Αλμπι, με τις Ρένη Πιττακή, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Λουκία Μιχαλοπούλου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ο Μπομπ (όπως μας είπε να τον αποκαλούμε) Γουίλσον δεν είχε απλά σκηνοθετήσει το έργο, αλλά είχε επιμεληθεί κάθε κίνηση επί σκηνής, ακόμα και τα σκηνικά, τα φώτα, τη μουσική έως την τελευταία τους λεπτομέρεια – ο ίδιος δεν ήταν μόνο καταξιωμένος σκηνοθέτης θεάτρου και θεατρικός συγγραφέας, αλλά και εικαστικός καλλιτέχνης. Ολα φάνηκαν στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς πρόκειται για μια παράσταση που δύσκολα θα ξεχαστεί.
Οπως ακριβώς και ο ίδιος. Δεν θα ξεχαστεί. Πέθανε προχθές, σε ηλικία 83 ετών. Σαν ήταν στην Ελλάδα, φαινόταν ήδη καταβεβλημένος, ωστόσο δούλευε αδιάκοπα. Πρόκειται για έναν από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς του 20ού και 21ου αιώνα. Ο Ρόμπερτ Γουίλσον ήταν ένας ποιητής της σκηνής, ένας αρχιτέκτονας του φωτός, ένας στοχαστής της σιωπής και της κίνησης. Στο έργο του συναντήθηκαν η όπερα, η performance, οι εικαστικές τέχνες και η φιλοσοφία σε μια μυσταγωγία όπου ο χρόνος και η γλώσσα ανασυστήνονταν από την αρχή.
Γεννημένος στο Γουέικο του Τέξας το 1941, σπούδασε αρχιτεκτονική και ζωγραφική. Η επιρροή αυτών των σπουδών είναι εμφανής σε όλο το έργο του: κάθε παράσταση λειτουργεί σαν ένας κινηματογραφικός πίνακας, όπου το φως, η γεωμετρία και η σιωπή έχουν εξίσου καθοριστικό ρόλο με το κείμενο. Η καριέρα του στο θέατρο ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ίδρυσε την ομάδα «Byrd Hoffman School of Byrds» στη Νέα Υόρκη, προς τιμήν μιας δασκάλας που τον είχε βοηθήσει με τον τραυλισμό του. Στη συνέχεια δημιούργησε την τετράπρακτη όπερα «Einstein on the Beach» (1976) μαζί με τον Φίλιπ Γκλας. Μετά την περιοδεία της παράστασης στην Ευρώπη, ο Γουίλσον ήθελε να τη φέρει στη Νέα Υόρκη και θεώρησε πως το Metropolitan Opera House ήταν ο ιδανικός χώρος. Οταν το θέατρο αρνήθηκε, το νοίκιασε ο ίδιος: «Κόστισε 90.000 δολάρια!», είχε δηλώσει στον Guardian το 2012. «Ηταν sold out, οπότε βάλαμε και δεύτερη παράσταση. Ηρθε ένα τρελό μείγμα κόσμου – παραδοσιακοί φίλοι της όπερας και άνθρωποι που δεν είχαν ξαναπάει ποτέ. Ακόμη κι έτσι, καταλήξαμε με χρέη, αλλά αυτές οι παραστάσεις μας καθιέρωσαν».
Από εκείνη την πράγματι ιστορική παράσταση (έργο-τομή για το μεταμοντέρνο θέατρο) έως τα ιδιαίτερα ανεβάσματα έργων του Μπέκετ, του Σοφοκλή ή του Σέξπιρ, ο Γουίλσον αναζητούσε πάντα το «άλλο» θέατρο. Το θέατρο του βλέμματος, της επανάληψης, της διάρκειας. Το θέατρο που δεν εξηγεί, αλλά αποκαλύπτει. Ακόμα και για τα εικαστικά του έργα, όπως τα βίντεο πορτρέτα του διάσημων καλλιτεχνών, αλλά και ζώων και πτηνών, που είδαμε στην έκθεση «Video Portraits» στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το 2013.
Ανάμεσα στις πολλές και διεθνείς συνεργασίες του, ξεχωριστή θέση έχει η σχέση του με την Ελλάδα. Από την πρώτη του επαφή με την ελληνική αρχαιότητα έως την τελευταία του σκηνοθεσία στη χώρα, ο Γουίλσον έδειξε μια βαθιά συναισθηματική και πνευματική σύνδεση με τον ελληνικό πολιτισμό – όχι μόνο ως παρελθόν, αλλά ως ζωντανή, παλλόμενη μυθολογία. Η κορυφαία στιγμή αυτής της σχέσης ήταν αναμφίβολα η σκηνοθεσία της «Οδύσσειας» στο Εθνικό Θέατρο το 2012, σε διασκευή του Χρήστου Λαϊνά.

Ο Γουίλσον μεταμόρφωσε το αρχαίο έπος σε οπτική συμφωνία. Ο Οδυσσέας έγινε μια αρχετυπική φιγούρα σε έναν διαχρονικό λαβύρινθο από φως και σκιές, από λέξεις που πάγωναν και σώματα που μιλούσαν τη δική τους γλώσσα. «Η Οδύσσεια είναι το ταξίδι όλων μας», είχε πει ο ίδιος τότε. «Δεν με ενδιαφέρει η πιστότητα στην πλοκή. Με ενδιαφέρει η ποιητική διάσταση του ταξιδιού, το νόημα της επιστροφής, η πάλη με τα φαντάσματα του εαυτού».
Η εικαστική του προσέγγιση στην «Οδύσσεια» προκάλεσε τότε αντιδράσεις, θετικές και αρνητικές. Η χρήση των εικαστικών εικόνων, του υπερρεαλιστικού φωτός, των αργών κινήσεων, της ρυθμικής ομιλίας ήταν για πολλούς αποστασιοποιημένη. Ωστόσο, η παράσταση αυτή άφησε ισχυρό αποτύπωμα στο ελληνικό θεατρικό τοπίο.
Ο Μπομπ Γουίλσον ξαναήρθε στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια με διάφορες παραγωγές, αλλά και για να διδάξει. Το 2015 παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής τη «Lecture on Nothing» του Τζον Κέιτζ – έργο που συνόψιζε τη φιλοσοφία του: «Δεν έχω τίποτα να πω και το λέω». Αυτό το «τίποτα» ήταν γι’ αυτόν γεμάτο ουσία, ρυθμό, παρουσία.
Από τον Σοφοκλή ώς τον Μπέκετ και από τον Ομηρο ώς τον Ζοζέ Σαραμάγκου, ο Γουίλσον έψαχνε πάντα την ανθρώπινη εμπειρία πίσω από τον λόγο. Η δουλειά του δεν ήταν ποτέ απλή «σκηνοθεσία»· ήταν αρχιτεκτονική του χρόνου και της σκέψης. «Δεν κάνω θέατρο για να πω κάτι. Κάνω θέατρο για να δω. Να ακούσω. Να αισθανθώ. Το κοινό μπορεί να ερμηνεύσει ό,τι θέλει. Εγώ δίνω τον χώρο, τον χρόνο και το φως» έλεγε. Η σχέση του με την Ελλάδα, με την «Οδύσσεια» και τη σκέψη του ελληνικού κόσμου ήταν βαθιά, προσωπική, σχεδόν μυστηριακή. Οταν ρωτήθηκε για την επίδραση της ελληνικής κουλτούρας στο έργο του, απάντησε: «Είναι σαν να επιστρέφεις σπίτι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα, όλα έχουν έναν εσωτερικό ρυθμό που με ηρεμεί. Είναι μια χώρα που θυμάται».
Η αναγνώριση του ταλέντου του περιλάμβανε το βραβείο Drama Desk το 1971 για σκηνοθεσία, Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε Βενετίας το 1993, βραβείο Olivier για καλύτερη όπερα το 2013. Τώρα, «έφυγε». Αλλά άφησε πίσω του μια παράδοση που θα συνεχίσει να εμπνέει: ένα θέατρο που δεν κραυγάζει, αλλά ψιθυρίζει· που δεν εξηγεί, αλλά συγκλονίζει. Μας δίδαξε να βλέπουμε αλλιώς.
