Στο μέρος του νησιού που μένω, από τα χρόνια που θυμάμαι, αυτό το γκριζοπράσινο, που γινόταν ασημί με τον αγέρα, είχε ποτίσει τη μνήμη μου, στα όνειρα και στο ξύπνιο μου, τόσο που νόμιζα πως αυτός είναι ο κόσμος! Ανεβοκατεβαίνει και τώρα τις πλαγιές, μέχρι το κατάγιαλο βουτάει στις ρεματιές και συζητά με τους βράχους στις κορφές. Και σκύβει να συζητήσει με τις θεότητες του βυθού τα μελλούμενα, όπως το ‘θελε ο (και) δικός μας Βενέζης.
Από μικρός λοιπόν, τρέχοντας πίσω από τον γάιδαρο, θυμάμαι, τρεις ώρες μονοπάτια κακοτράχαλα, να φτάσουμε στο κτήμα, στο ντάμι, να μείνουμε τις γιορτάδες, να βοηθήσουμε και μείς στο λιομάζωμα. Να μεταφέρουμε τα καλάθια στα τσουβάλια, να περάσουμε τις ξύλινες τσίτες, να πάρουμε νερό στο λαγήνι από το μακρινό πηγαδάκι, ένα ατέλειωτο να, τόσο που ορκίστηκα να σπουδάσω και να ρίξω μαύρη πέτρα στην ταραχή αυτή της νιότης μου. Είχε βέβαια το κακάρισμα της πέρδικας στον απέναντι βράχο, τα φώτα από τα γρι γρι που περνούσαν στον ορίζοντα… ίσως και τα καψόνια που κάναμε στον γάιδαρο που έτρεμε να βρεθεί μόνος του μαζί μας.
Αυτά τα λιοχτήματα τα χωρίζανε τότες με ξεροτρόχαλα ντουβάρια, σαν τα σέτια τα μακρόστενα ή τα στρογγυλά, τις πεζούλες, επάνω στα οποία πέφτανε οι ελιές σαν τις ραβδίζανε με τις τέμπλες. Τη μεγάλη για τα ξώκλαδα, τη μεσά και το ντεμπλί, αυτό που κατάφερνα και εγώ να κυβερνήσω νιώθοντας σαν τον Ηρακλή. Μετά από χρόνια έμαθα πως αυτές οι πεζούλες υπήρχαν από τα ρωμαϊκά χρόνια στο νησί, γνωστές σαν «γύροι ελαιών». Πράγματα αρχαία δηλαδή. Ομως τα περισσότερα κτήματα, όπως και το δικό μας, δεν είχαν γύρω ντουβάρια. Είχαν φυσικά «σινίρια», σημάδια δηλαδή, ένα ξερόρεμα, κάτι βράχια, κάτι πεύκα. Κύρια όμως τα χωρίσματα, τα έβαζαν με σημάδια οι γειτόνοι. Επάνω στα δέντρα, στις χώρισες, έβαφαν τον κορμό με χρώμα. Μάλιστα σε αρκετά πελεκούσαν μια τσέτλα που έβαφαν, για να μη φύγει το χρώμα με τη φλούδα.
Ετσι λοιπόν μεγάλωσα και μια μέρα ο πατέρας μου, με το αυτοκίνητο πια, με πήγε στο κτήμα να μάθω μαθές, να θυμηθώ ποιο είναι. Μου ‘δειξε τη μια πλευρά με τα κόκκινα σημάδια που ξεχώριζαν από τα μπλε του ενός γείτονα. Και μετά κατηφορίσαμε και βρεθήκαμε σ’ ένα ποταμάκι ξερό. Αυτό χώριζε το κτήμα από αυτό του μπάρμπα μου. Και το είδα! Καταμεσής, επάνω σε κάτι βραχάκια, ήταν ριζωμένη μια ελιά. Επάνω στον κορμό της δαχτυλίδια από κόκκινο και πράσινο χρώμα την είχαν κάνει μοναδική και πιστεύω πως το ‘ξερε. Τότε ο πατέρας μου μού είπε για το δέντρο. Σαν το ποτάμι πάει αριστερά, τότε μαζεύουμε εμείς τις ελιές του δέντρου και το «δακτυλιώνουμε κόκκινο», σαν πάει δεξιά, παίρνει ο μπάρμπας σου τις ελιές και βάζει την πράσινη μπογιά! Ημουν σίγουρος πια πως ο αγέρας που φυσούσε στις φυλλωσιές ήταν το κοροϊδευτικό γέλιο της ελιάς.
Και τώρα που ξέθαψα αυτή τη φωτογραφία, γέλασα στην αρχή, μα ξαφνικά μου ‘ρτανε αυτά τα χρώματα και μπερδευτήκανε μες στο μυαλό μου φωνάζοντας πως κάτι πρέπει να κάνουμε, πως γέμισε χρώματα ο σκοτωμός, που μπερδεύονται πάνω σε μπόμπες τερατώδεις, σε πυραύλους υπερηχητικούς, σε Drone, σε Stelth, τη μια μέρα ο ένας και την άλλη ο άλλος, τη μια μέρα σκοτωμοί με πράσινο χρώμα, την άλλη με κόκκινο, με μπλε. Εβλεπα το δέντρο να σκοτώνει παιδιά ασταμάτητα. Τα δέντρο έγινε θεοκρατικό Ιράν, δολοφονικό Ισραήλ, MAGA, ένα μπλεγμένο κουβάρι θανατηφόρας ανοησίας που έχει τυλίξει σφιχτά τον κόσμο που συνεχίζουμε να δημιουργούμε, απτόητα, αφιονισμένοι υπερόπτες.
Ομως το δέντρο ήλθε πάλι και μου είπε πώς όλα αυτά με ξεγελάσανε, πως αυτά τα χρώματα που πηγαινοέρχονται, όλο αυτό το θέατρο της παραφροσύνης, σπρώχνει μακριά μια σημαία στο περιθώριο, σκεπάζει με τη λήθη την εξόντωση ενός λαού που ακόμα πεθαίνει από την πείνα, τις αρρώστιες και τα όπλα του δολοφόνου Νετανιάχου.
Πως στήνουν παγίδες μοιράζοντας δήθεν τροφή, πυροβολώντας και σκοτώνοντας τους πεινασμένους και ιδιαίτερα τα παιδιά (οι άθλιοι), ώστε να μη μείνει σπόρος για τον παλαιστινιακό λαό. Κατάλαβες, μου ‘πε το δέντρο, ποια χρώματα έχω στον κορμό μου, χωρίς να χρειάζεται να τα αλλάξω ποτέ; Και μου ήρθε το τραγούδι πως «τα πουλιά τα βρίσκει ο Χάρος στο φτερό, τα ελάφια όταν πάνε για νερό».
Μου ‘πε όμως και κάτι πιο σημαντικό. Τώρα πια έχουμε μια γενοκτονία ενός λαού από έναν άλλο. Και επειδή οι σημερινοί εγκληματίες ήταν κάποτε θύματα του ναζισμού και γέμισαν με μνημεία του Ολοκαυτώματος τον κόσμο, καιρός είναι δίπλα σε καθένα από αυτά να στηθεί το Μνημείο της Γενοκτονίας του Λαού των Παλαιστινίων, όπως πια ορίζει η Ιστορία. Εκεί επάνω θα βρεις τα χρώματα του κορμού μου σε μια σημαία, είπε το δέντρο… και ξύπνησα.
*Πολίτης του Αιγαίου
