«Αστακό, γαριδομακαρονάδα, χαβιάρια τα πάντα, να πας στον Τσίπρα και στην Παπαρήγα, εσύ εδώ όχι» – «Κομμένο το μενού με κρέας και ψάρι, δεν είμαστε ξενοδοχείο».
Οι δηλώσεις είναι κοινές αλλά διαφορετικές. Η δεύτερη είναι φυσικά του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνου Πλεύρη. Η πρώτη πάλι, του (τότε) βουλευτή της Χρυσής Αυγής Ηλία Παναγιώταρου απέναντι σε μετανάστη που τόλμησε να ζητήσει ένα πιάτο φαΐ από τα συσσίτιά μόνο για Ελληνες που οργάνωνε η Χρυσή Αυγή στον Αγιο Παντελεήμονα.
Οι δύο δηλώσεις δεν διαφέρουν σε τίποτα. Και οι δύο υπονοούν μια ευνοϊκή μεταχείριση των μεταναστών· και οι δύο χρησιμοποιούν το χιουμοριστικό αυτό ύφος και την μπουφόνικη εξυπνάδα που συνορεύει με το απάνθρωπο ακριβώς γιατί γίνεται προς τα κάτω, απέναντι σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη. Και οι δύο επιβάλλουν τον κανονικοποιημένο ρατσισμό τους μέσω μιας ειρωνείας που δεν κρύβει αλλά υπογραμμίζει τη σκληρότητά τους. Η μόνη διαφορά είναι πως η πρώτη φράση ανήκει σε ένα πρόσωπο που λίγο καιρό μετά τη δήλωση θα καταδικαζόταν σε φυλάκιση για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενώ η δεύτερη σε ένα θεσμικό πρόσωπο, έναν Υπουργό. Και επιπλέον, σε ένα πρόσωπο που είναι υπεύθυνο ακριβώς για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες σε αυτό το ανέκδοτο που ονομάζουμε χώρα. Η μηδενική απόσταση ανάμεσα στις δύο δηλώσεις είναι αντιστρόφως ανάλογη με την απόσταση που διήνυσε η Νέα Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια. Από ένα κόμμα που παρίστανε πως αναφέρεται στο φιλελεύθερο κέντρο σε ένα απολύτως αυταρχικό, απολύτως ακροδεξιό κόμμα. Η σοβαρή Χρυσή Αυγή (όπως κάποιοι πρώην βουλευτές της Ν.Δ. ζητούσαν) βρίσκεται στην εξουσία.
Οχι μόνο λόγω του θεσμοποιημένου ρατσισμού που ορίζει την πολιτική της απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες κόντρα στο δημόσιο δίκαιο. Οχι μόνο λόγω της στάσης της απέναντι σε κάθε αδύναμο αυτής της κοινωνίας που δεν έχει πια κανένα δίχτυ ασφαλείας απέναντι στην εξόντωση. Οχι μόνο λόγω του καθημερινού αυταρχισμού της αστυνομίας, των πολλαπλών κέντρων καταστολής και της ίδιας της επίσημης ρητορικής.
Αυτό το μόρφωμα στο οποίο έχει καταντήσει η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κάστα που νιώθει πως έχει το ελεύθερο να κλέβει χωρίς να απολογείται, να αφήνει ανθρώπους να πεθαίνουν χωρίς να απολογείται, να παρακολουθεί συνομιλίες, να διαλύει κάθε δημόσιο αγαθό, να ειρωνεύεται και να λοιδορεί τους ανθρώπους που στενάζουν από την ακρίβεια στα σουπερμάρκετ, στα ενοίκια, στην αγορά ενέργειας. Με μόνη πρόταση διεξόδου, έναν τουρισμό που καταστρέφει κοινότητες, κοινωνικούς δεσμούς, τοπία και ιστορία. Ενα κόμμα-συμμορία που έχει κάνει λάστιχο τη Δικαιοσύνη όχι απλώς για να κρύψει τις πράξεις του αλλά για να διατρανώσει το δικαίωμά του να πράττει χωρίς έλεγχο. Μια ελίτ κοτζαμπάσηδων που επιχειρηματολογεί υπέρ του κοσμοπολιτισμού της, ενώ στην πραγματικότητα τσαλαβουτά με άνεση στη λούμπεν ανομία όπως τα γουρούνια στη λάσπη.
Η αντίθεση, η έμπρακτη αντίθεση στο καθεστώς αυτό, έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της ιδεολογίας, της άποψης, της κριτικής. Είναι δημοκρατική αναγκαιότητα. Πώς το είχε γράψει ο ποιητής: «Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή».
