Κιθάρες που σπέρνουν καταιγίδες, σκληρός ήχος, headbanging και φωνές που ουρλιάζουν την οργή, κοινώς heavy metal. Πίσω από το θέαμα, όμως, τις αλυσίδες και τη δαιμονική αισθητική, το αυθεντικό βρετανικό metal γεννήθηκε μέσα από κάτι βαθύτερο: την ταξική αγωνία, τη βιομηχανική παρακμή, την οργή των καταπιεσμένων. Δεν ήταν διασκέδαση για λίγους, ήταν η κραυγή των πολλών. Ηταν το πένθος και το ξέσπασμα των εργατικών συνοικιών της Αγγλίας. Το heavy metal ήταν –και παραμένει– αντικαπιταλιστικό, αντικομφορμιστικό, αντισυστημικό.

Στα τέλη των 60s, το Μπέρμιγχαμ δεν ήταν κομψή μητρόπολη, ήταν το «μαιευτήριο» του metal ταξικού πολέμου. Ηταν μια ρημαγμένη βιομηχανική πόλη, σκοτεινή, καπνισμένη, με εργοστάσια που έκλειναν και εργάτες που έχαναν τα πάντα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανεργία, αλκοολισμό και σιωπηρή βία. Από εκεί ξεπήδησαν οι Black Sabbath. Οι τέσσερις νεαροί εργάτες –ο Ozzy, ο Iommi, ο Butler και ο Ward– δεν ήθελαν να διασκεδάσουν. Ηθελαν να ουρλιάξουν.
Η μουσική τους δεν έλεγε σε καμιά περίπτωση «πάμε να περάσουμε καλά». Ελεγε «είμαστε θυμωμένοι γιατί ζούμε στην κόλαση της εργατικής τάξης». Το War Pigs, το Children of the Grave, το Hand of Doom ήταν χαστούκια στο στρατοβιομηχανικό σύμπλεγμα, στην πλύση εγκεφάλου του στρατού και στα ναρκωτικά της καταστολής. Ηταν οι πρώτοι που έβαλαν στη ροκ μουσική την τρομακτική καθημερινότητα των εργατών, των κατεστραμμένων, των απελπισμένων και των αποκλεισμένων…
Στο ίδιο Μπέρμιγχαμ, λίγο αργότερα, οι Judas Priest θα σηκώσουν τη σημαία του αντικομφορμισμού ακόμα ψηλότερα, προβάλλοντας την αισθητική της εξέγερσης. Με τον Rob Halford (ο πρώτος δηλωμένος γκέι frontman του metal, πολλά χρόνια πριν γίνει αποδεκτό) να φορά δερμάτινα και καρφιά, η μπάντα κατασκεύασε όχι απλά ήχο, αλλά ταυτότητα αντίστασης. Το Breaking the Law δεν ήταν ποζεριά. Ηταν πολιτική δήλωση. Το Hell Bent for Leather ήταν επίθεση στα ήθη. Ηταν metal που τραγουδούσε την ελευθερία, την ταυτότητα, την άρνηση του κανόνα. Οι Judas Priest, με εργατικό ήθος και DIY (Do It Yourself) αισθητική, ποτέ δεν κατέβασαν τον πήχη. Η μουσική τους έγινε φωνή των αποκλεισμένων, των διαφορετικών, των ανθρώπων που δεν χωρούσαν στον κανονισμένο κόσμο του βρετανικού συντηρητισμού.
Το αυθεντικό british heavy metal ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μουσική, αντίθετα έγινε πολύ γρήγορα τέχνη της αντίστασης των πολλών. Ηταν μια μορφή ταξικής πολιτικής, φορτωμένη με συμβολισμούς που οι ελίτ δεν καταλάβαιναν και οι μάζες λάτρευαν. Ηταν η απόρριψη της εξευγενισμένης κουλτούρας. Ηταν το «Οχι» των παιδιών που μεγάλωσαν μέσα σε εργοστάσια και έμαθαν να ουρλιάζουν αντί να ζητούν συγγνώμη. Οι Black Sabbath και οι Judas Priest δεν ήταν δεξιοτέχνες του μάρκετινγκ. Ηταν πολιτικά υποκείμενα που συνέθεσαν έναν ήχο εξέγερσης. Ο Tony Iommi έπαιζε κιθάρα με μεταλλικά δάχτυλα, γιατί είχε ακρωτηριαστεί δουλεύοντας σε εργοστάσιο. Δεν είναι μύθος – είναι συμβολική καταγγελία.
Το metal, έτσι όπως γεννήθηκε στη Βρετανία, ήταν το αντίθετο του mainstream. Ηταν ο ήχος του περιθωρίου, η εκδίκηση των αποκλεισμένων, το soundtrack ενός κόσμου που κατέρρεε. Σήμερα, που ο όλο και πιο σκληρά επιτιθέμενος καπιταλισμός θέλει να εξημερώσει την οργή, εταιρείες, φεστιβάλ και playlists προσπαθούν να ενσωματώσουν το metal, να το κάνουν «προϊόν». Ταυτόχρονα, κάποιοι «παραδοσιακοί» fans αγκαλιάζουν εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδεολογίες, λησμονώντας ότι το metal γεννήθηκε ενάντια στην καταπίεση, όχι υπέρ της.
Γι’ αυτό και η Αριστερά και τα κινήματα οφείλουν να ξαναθυμηθούν το πολιτισμικό τους οπλοστάσιο. Και το heavy metal των 70s είναι ένα από τα πιο εκρηκτικά του όπλα. Γιατί, αν υπάρχει κάτι που μας έμαθε το Children of the Grave, είναι ότι ο κόσμος δεν αλλάζει με συνθήματα – αλλά με θυμό, φαντασία και συλλογική συνείδηση.
Το british heavy metal είναι μια κραυγή που συνεχίζει να αντηχεί και να καίει. Στις αυθεντικές του ρίζες, δεν είναι ούτε φολκλόρ ούτε φετίχ για τους συλλέκτες. Είναι επαναστατικός παλμός. Είναι η μουσική που σου λέει ότι δεν γεννήθηκες για να υποτάσσεσαι. Οτι ο κόσμος σού ανήκει. Οτι το «Breaking the Law» δεν είναι παράνομο, είναι δίκαιο, όταν ο νόμος προστατεύει τους λίγους και καταστρέφει τους πολλούς.
Οι Black Sabbath στην τελευταία τους συναυλία δώρισαν τα έσοδά τους, 200 εκατομμύρια ευρώ, σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Το metal έχει ένα μέλλον και αυτό δεν είναι στις πολυεθνικές του Spotify. Είναι εκεί όπου οι εργάτες, οι καταπιεσμένοι, οι αποκλεισμένοι θα συνεχίζουν να φωνάζουν –με κιθάρες ή χωρίς– «We are the true defenders of the faith».
* Φιλόλογος, πρόεδρος Α’ ΕΛΜΕ Κυκλάδων
