Μου έδειξε η Γιάννα τη φωτογραφία στο κινητό. «Ατυχος νέος, νεκρός σε τροχαίο».
«Δεν τον ξέρω».
«Είναι από εδώ λένε, να δες», επέμενε εκείνη.
Το βράδυ που ξύπνησα για κατούρημα τον θυμήθηκα.
Ημουν δέκα χρονών όταν είπα να το σκάσω από το σπίτι. Δεν είχα λόγο να φύγω, στην τηλεόραση το είχα δει, σε μια ταινία, και το αντέγραψα. Καλοκαιρινή νύχτα. Τα τζιτζίκια μού είχαν πάρει τα αυτιά. Ανοιξα το παράθυρο και γλίστρησα έξω. Περπάτησα μέχρι τη λεωφόρο. Το παιδί στην ταινία ακολουθούσε τις γραμμές του τρένου, μέχρι που καβάλησε τελικά ένα βαγόνι και χάθηκε στις πεδιάδες, εδώ όμως δεν είχε πεδιάδες, ούτε τρένα, εδώ δεν ήταν Αμερική, μόνο αυτοκίνητα είχε εδώ. Ντρεπόμουν να κάνω ωτοστόπ. Τι να τους έλεγα;
Ακουσα θόρυβο στα σκουπίδια και για μια στιγμή μετάνιωσα που είχα βγει μόνος. Είδα μια φιγούρα πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα να με καρφώνει. Μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Ηταν ένα αγόρι μεγαλύτερό μου. Ξανθό, με βλέμμα μόνιμα κλαμένο, σαν να είχε κάποιο πρόβλημα στα μάτια. Ηταν όμορφος, αλλά μάλλον δεν τον ένοιαζε και πολύ έτσι βρόμικα που ήταν τα ρούχα του. Μου συστήθηκε. Να δεις πώς τον λέγανε; Επαιζε με έναν σουγιά στο χέρι, γυάλιζε η λάμα στο σκοτάδι σαν να ήταν φτιαγμένη από νερό. Πρέπει να είδε το άσπρο των ματιών μου που είχαν γουρλώσει γιατί έβαλε τα γέλια. Κάρφωσε τον σουγιά στη λαμαρίνα μιας Μερσεντές και ξεκόλλησε το σήμα με το αστέρι. Το έριξε στην «μπανάνα» που κρεμόταν από τη μέση του. Περπατήσαμε στο επόμενο αυτοκίνητο και μετά στο επόμενο. Τα ρημάξαμε. Μου πρόσφερε το σήμα μιας Alpha Romeo, με τον σταυρό και το φίδι, μου γυάλισε αλλά δεν το πήρα. Βαρεθήκαμε να βγάζουμε σήματα κι ο ξανθός με ρώτησε αν είχα καμιά ιδέα τι να κάνουμε μετά. Δεν ήξερα τι να του πω. Με τους φίλους μου γυρίζαμε στις πλατείες για τηλεκάρτες, αλλά ο ξανθός παραήταν μεγάλος.
Περπατήσαμε μέχρι τον πιο κοντινό τηλεφωνικό θάλαμο. Βρόμαγε κάτουρο και μπίρα. Βρήκαμε κάμποσες κομμένες τηλεκάρτες αλλά καμία ολόκληρη. Πήραμε το 141 να ακούσουμε την ώρα, ο ξανθός ρύθμισε το ρολόι του σύμφωνα με τη φωνή της κυρίας. Ακολουθήσαμε μια διαδρομή μέσα στην πόλη από θάλαμο σε θάλαμο. Φτάσαμε μέχρι το γήπεδο. Ακούγαμε τα σφυρίγματα και τον αντίλαλο από τις κλοτσιές στην μπάλα. Προλάβαμε την τελευταία προπόνηση μέχρι που οι προβολείς έσβησαν. Πίσω από το γήπεδο είχε μια αλάνα, τις Κυριακές οι πατεράδες πήγαιναν εκεί τους γιους τους να μάθουν οδήγηση. Ενα αυτοκίνητο ήταν αραγμένο στην απέναντι άκρη. Ο ξανθός προχώρησε πρώτος στο σκοτάδι.
«Το μυστικό είναι να μη φοβάσαι, πέντε χιλιάδες ζωές έχουμε ζήσει κι ακόμα φοβόμαστε», είπε ο ξανθός σαν να απαντούσε σε κάποια ερώτησή μου.
Πλησιάσαμε το αυτοκίνητο. Ενας άντρας κάπνιζε στη θέση του οδηγού. Το ραδιόφωνο έπαιζε ξένη μουσική. Ο ξανθός χαιρέτησε τον άντρα, αυτός όμως ούτε που γύρισε να μας κοιτάξει. Μόνο όταν τελείωσε το τσιγάρο και το πέταξε από το παράθυρο ψηλά στον ουρανό, και ήταν λες και η καύτρα να κόλλησε εκεί πάνω, ακόμα ένα αστέρι, άλλη μια ευχή για κάποιο τυχερό παιδί, μόνο τότε γύρισε προς το μέρος μας. Μας ζήτησε να κατεβάσουμε τα παντελόνια μας. Εγώ έκανα πως δεν άκουσα κι άρχισα να περπατάω προς το γήπεδο. Ο ξανθός έμεινε.
Συναντηθήκαμε έξω από τη σιδερένια πόρτα του γηπέδου. Είχα βρει μια τηλεκάρτα στα σκουπίδια όση ώρα τον περίμενα. Ετρεξα να του τη δείξω. Ο ξανθός κράταγε δυο χαρτονομίσματα. Μου έδωσε το ένα.
Περπατήσαμε πίσω στην πόλη. Κάναμε βόλτα στα μαγαζιά. Χαλάσαμε τα λεφτά μας στα ηλεκτρονικά. Μετά φάγαμε σε ένα φαστφουντάδικο. Κέρασε ο ξανθός. Βγήκαμε έξω με τις κοιλιές πρησμένες. Οι δρόμοι άδειοι. Περασμένες δώδεκα. Μοιραστήκαμε ένα αναψυκτικό κι ύστερα το πατίκωσα κι αλλάξαμε πάσες στο πεζοδρόμιο. Από τα φανάρια είδα ένα κόκκινο φορτηγάκι να στρίβει. Ηρθε πατημένο προς το μέρος μας και φρέναρε απότομα μπροστά μας. Δυο άντρες πετάχτηκαν έξω. Ο ένας με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε κοντά του. Ο ξανθός τού όρμησε, βούτηξε σαν παλαιστής με το κεφάλι στην κοιλιά του και τον δίπλωσε στα δυο, αν δεν ήταν η πόρτα του φορτηγού θα τον είχε σωριάσει στην άσφαλτο. Βρήκα την ευκαιρία να ξεφύγω αλλά με έπιασε ο άλλος άντρας από τον σβέρκο σαν γατί και με σήκωσε στον αέρα, κούναγα χέρια και πόδια να ελευθερωθώ. Με έριξε τελικά στο κάθισμα κι έκλεισε την πόρτα.
Είδα τότε τον πατέρα μου να σηκώνεται και να πιάνει τον ξανθό από τα μαλλιά. Του έσκασε δυο χαστούκια. Ο ξανθός παραπάτησε κι έπεσε με το κεφάλι στον προφυλακτήρα. Ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος. Το φορτηγάκι τραντάχτηκε. Ο ξανθός πισωπάτησε κι έκατσε ζαλισμένος στη μέση του δρόμου. Κράταγε το κεφάλι του. Είχε σκίσει το φρύδι, το πρόσωπό του είχε γεμίσει αίματα. Εμοιαζε να μην ξέρει πού βρίσκεται.
«Παράτα τον ρε, πάμε να φύγουμε», φώναξε ο άλλος στον πατέρα μου.
Κλείσαμε τις πόρτες και κάναμε όπισθεν μην τον πατήσουμε.
*Ο Β. Σέρφας πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Οχι, μην μπαίνετε στον κόπο» (Πατάκης, 2024).
