Με το πρόγραμμα ReArm Europe των 800 δισ. ευρώ που εξήγγειλε τον Μάρτιο η πρόεδρος της Κομισιόν για τον εξοπλισμό της Ευρώπης, από τα οποία τα 150 δισ. θα προέλθουν από το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE με δάνεια από τις αγορές, το οποίο ήδη εγκρίθηκε, ενώ τα 650 δισ. με χαλάρωση των κανόνων των κρατών για δαπάνες, δημιουργήθηκε η εντύπωση πως πρόκειται για μια πρωτόγνωρη ευρωπαϊκή προσπάθεια.
Ομως, πάντα υπήρχε ευρωπαϊκός στρατιωτικός βραχίονας από συστάσεως θα λέγαμε της ΕΟΚ: η Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση (ΔΕΕ), η οποία συγκροτήθηκε το 1954 και διαλύθηκε και τυπικά το 2011 με τη δικαιολογία ότι στη Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) τέθηκε σε ισχύ μια ρήτρα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., η οποία ήταν παρόμοια (αλλά όχι πανομοιότυπη) με τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της ΔΕΕ. Ουσιαστικά η ΔΕΕ καταργήθηκε με πρωτοβουλία του Βερολίνου προκειμένου να καθησυχάσει την Ουάσινγκτον για το ενδεχόμενο μετεξέλιξής της σε ευρωπαϊκό βραχίονα ασφαλείας αντιπαραθετικά με το ΝΑΤΟ.
Επί δεκαετίες ήταν ανενεργός φορέας ασφάλειας, αλλά άρχισε να ενεργοποιείται μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, μάλιστα, με φορέα τη ΔΕΕ, ευρωπαϊκά κράτη συμμετείχαν στρατιωτικά στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Η ΔΕΕ αναζωογονήθηκε στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) αμέσως μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ με την ένταξη νέων κρατών-μελών, όπως η Ελλάδα (1994), η Ισπανία, η Πορτογαλία αλλά και κρατών-μελών του ΝΑΤΟ που δεν ανήκαν στην Ε.Ε. με τον χαρακτηρισμό ως «συνδεδεμένων μελών», όπως η Τουρκία που εντάχθηκε το 1992. Μάλιστα, την ένταξη της χώρας στη ΔΕΕ ακολούθησαν κατά την πάγια πρακτική των κυβερνήσεών μας διθύραμβοι και διαβεβαιώσεις ότι τα σύνορά μας θα ήταν και σύνορα της Ε.Ε.
Ποια όμως ήταν η πραγματικότητα; Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (CDU) υιοθέτησε τη λεγόμενη «εποικοδομητική ρήτρα εξαίρεσης» στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Δηλαδή, υιοθέτησε την κοινή πολιτική ασφάλειας της Ε.Ε. «α λα καρτ», στο πλαίσιο της οποίας οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με πλειοψηφία, χωρίς να είναι υποχρεωμένες οι χώρες που διαφωνούν να συμμετέχουν στις κοινές δράσεις της ΚΕΠΠΑ διότι θίγονται τα εθνικά τους συμφέροντα. Παράλληλα προτείνονταν να παρέχεται στα συνδεδεμένα μέλη της ΔΕΕ (όπως η Τουρκία) η δυνατότητα να λαμβάνουν μέρος σε επιχειρήσεις που θα εντάσσονται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Ομως έτσι θα μπορούσε να συμβεί να μη συμμετέχει η Ελλάδα βάσει του δικαιώματος που θα της παρείχε η «εποικοδομητική ρήτρα εξαίρεσης» και να συμμετέχει η Τουρκία.
Στην περίπτωση αυτή, ποιο κράτος θα ήταν εντός και ποιο εκτός της Ε.Ε.; Ομως αυτή η κραυγαλέα αντίφαση δεν ήταν ό,τι χειρότερο για τη χώρα μας. Διότι, όπως είχε αποκαλύψει ο Χέλμουτ Κολ, μιλώντας στο Μόναχο στην 33η Συνάντηση για την Ασφάλεια στην Ευρώπη, η γερμανική κυβέρνηση προτίθετο να προωθήσει στη Διακυβερνητική Διάσκεψη τον επόμενο μήνα στο Τορίνο (1996) την υιοθέτηση ρήτρας για την υποχρέωση «εκδήλωσης αμυντικής συνδρομής» για όλα τα μέλη της Ε.Ε., αλλά σύμφωνα με όσα όριζε το άρθρο 5 της Διακήρυξης του Πέτερσμπεργκ της ΔΕΕ, το οποίο εξαιρούσε την περίπτωση κατά την οποία πλήρες μέλος της ΔΕΕ, όπως η Ελλάδα, θα δεχόταν επίθεση από συνδεδεμένο μέλος, όπως ήταν η Τουρκία. Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα χρόνια μετά το Μάαστριχτ οι συζητήσεις για την ΚΕΠΠΑ και τη μελλοντική δομή της Ε.Ε. (Ε.Ε. του σκληρού πυρήνα, των ομόκεντρων κύκλων κ.ά.) ήταν συχνές και έντονες. Επομένως, το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στην άμυνα της Ευρώπης δεν έγινε αποδεκτό πρώτη φορά.
Το θέμα όμως που ανατάραξε την Αθήνα ήταν η συμμετοχή της Τουρκίας στο χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE των 150 δισ. ευρώ, την οποία προσπάθησε να ακυρώσει. Γιατί όμως η πλειοψηφία των κρατών της Ε.Ε., ιδιαίτερα των ισχυρότερων, θεώρησε αναγκαία τη συμμετοχή της Τουρκίας και παρέβλεψε τις ενστάσεις της Αθήνας, καίτοι την αξιοποιεί κατά το δοκούν ως παράμετρο των ευρωτουρκικών σχέσεων;
1. Η Τουρκία ανέπτυξε σε σημαντικό βαθμό την αμυντική της βιομηχανία στα εξοπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης και προσωπικού (ΤΟΜΑ και ΤΟΜΠ), στα πυρομαχικά διάφορων τύπων, ενώ τα ναυπηγεία της ναυπηγούν πολλά αποβατικά πλοία, κορβέτες και πλοία γενικής υποστήριξης του τουρκικού ναυτικού αλλά και άλλων χωρών. Αντίθετα η αμυντική βιομηχανία της χώρας μας κινείται στα όρια της ανυπαρξίας
2. Εχει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ, ενώ τα ευρωπαϊκά κράτη ωχριούν στον στρατιωτικό τομέα.
3. Η Τουρκία με την πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική της έχει δημιουργήσει ένα εκτεταμένο γεωπολιτικό αποτύπωμα στην Εγγύς και τη Μ. Ανατολή, στον Καύκασο και στην Αφρική, αποτελεί μάλιστα σημείο συνάντησης και διπλωματικών διαβουλεύσεων για σοβαρά προβλήματα που απασχολούν τον πλανήτη και την καθιστούν πολύτιμο εταίρο και συνομιλητή για την Ευρώπη. Αντίθετα, η χώρα μας, «δεδομένη» στα κελεύσματα των υποβολέων της, έχει εγκλωβιστεί στα αδιέξοδα της «σωστής πλευράς της Ιστορίας».
