Mε απόφαση – ορόσημο του ΣτΕ, την οποία ανακοίνωσε την Παρασκευή ο πρόεδρος Μιχάλης Πικραμένος, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας ακύρωσε την αμφιλεγόμενη κεντρική πολιτική επιλογή που εφάρμοζε στο Προσφυγικό η κυβέρνηση, να θεωρεί «ασφαλή τρίτη χώρα» την Τουρκία για πρόσφυγες από πέντε εθνικότητες, τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και τη Σομαλία.
Η απόφαση του ΣτΕ, που ακυρώνει την ΚΥΑ του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, Δημήτρη Καιρίδη, και του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, με ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 2023, δικαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τις οργανώσεις δικαιωμάτων στην Ελλάδα και διεθνώς, που είχαν από την πρώτη στιγμή αμφισβητήσει τη νομιμότητα των κυβερνητικών επιλογών. Αποτελεί νίκη ιδίως των οργανώσεων Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (EΣΠ) και Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (Refugees Support Aegean – RSA), που είχαν προσφύγει εναντίον της απόφασης στο ΣτΕ και είχαν στηρίξει νομικά την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ε.Ε., στο οποίο είχε στείλει προδικαστικό ερώτημα το ανώτατο ελληνικό δικαστήριο.
Η ακύρωση της κυβερνητικής απόφασης κλονίζει συμβολικά αλλά και στην πράξη ένα θεμέλιο της αμφισβητούμενης κυβερνητικής πολιτικής στο Προσφυγικό, καθώς ο ίδιος ο πρωθυπουργός στήριζε σε κάθε ευκαιρία την επιλογή του χαρακτηρισμού της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» και μάλιστα εξήγγελλε ότι επιδιώκει να την καταστήσει ευρωπαϊκή πολιτική.
Αιτήματα ασύλου
Η κυβερνητική απόφαση σήμαινε ότι δεν θα γινόταν δεκτή στην Ελλάδα η εξέταση του αιτήματος ασύλου των προσφύγων με εθνική καταγωγή από τις πέντε χώρες και ότι θα έπρεπε να επιστραφούν στην Τουρκία, για να εξεταστεί εκεί το αίτημά τους για άσυλο, εκτός αν ο καθένας ατομικά αποδείκνυε στις ελληνικές αρχές ότι δεν θα ήταν ασφαλές να επιστρέψει ο ίδιος στην Τουρκία. Οι πρόσφυγες από τις πέντε εθνικότητες αποτελούσαν, τότε, τη μεγάλη πλειονότητα των προσφύγων που έφταναν στη χώρα μας, περίπου το 70% των αφίξεων.
Αν και η Τουρκία είχε σταματήσει από το 2020 να δέχεται επιστροφές προσφύγων από την Ελλάδα, επικαλούμενη τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς της πανδημίας του κορονοϊού, η Ελλάδα συνέχιζε να θεωρεί την Τουρκία «ασφαλή τρίτη χώρα» και να χαρακτηρίζει «απαράδεκτα» στη χώρα μας τα αιτήματα ασύλου των προσφύγων από τις πέντε εθνικότητες, εξωθώντας τους έτσι σε νομικά μετέωρο καθεστώς, καθώς δεν γινόταν ούτε να γυρίσουν στην Τουρκία ούτε να εξεταστεί εδώ το αίτημά τους για άσυλο.
Οργανώσεις δικαιωμάτων υπογράμμιζαν σε κάθε ευκαιρία ότι είναι αντίθετο με τον νόμο να εκδίδονται αποφάσεις επιστροφής προσφύγων στην Τουρκία, όταν είναι γνωστό ότι έχει «παγώσει» τις επιστροφές η Τουρκία, ώστε να αποφασίσει στη συνέχεια το ΣτΕ επί της αίτησης ακύρωσης κατά της ΚΥΑ για την ασφαλή τρίτη χώρα που είχαν καταθέσει το ΕΣΠ και το RSA. Το Δικαστήριο της Ε.Ε., στο οποίο είχε στείλει προδικαστικά ερωτήματα η Ολομέλεια του ΣτΕ, ζητώντας του να ερμηνεύσει την ευρωπαϊκή νομοθεσία, αποφάσισε πράγματι, στις αρχές Οκτωβρίου, να μην απορρίπτεται ως απαράδεκτο το αίτημα ασύλου προσφύγων, όταν δεν μπορούν να επιστραφούν.
Αυτό το επιχείρημα επικαλείται στο ένα σκέλος της η απόφαση του ΣτΕ, κρίνοντας ότι πρέπει να ακυρωθεί η δευτεροβάθμια απόρριψη της εξέτασης των αιτημάτων ασύλου Αφγανών πολιτών με βάση το σκεπτικό ότι γι’ αυτούς ήταν ασφαλής τρίτη χώρα. «Τούτο διότι, εφ’ όσον προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η Τουρκία έχει αναστείλει γενικώς την επανεισδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία στο έδαφός της από τον Μάρτιο του 2020, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. της 4.10.2024 στην υπόθεση C-134/23, δεν δύνανται να απορρίπτουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτες [.¯..] με την αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι ασφαλής τρίτη χώρα», αναφέρει η ανακοίνωση του προέδρου του ΣτΕ.
Εκτός νόμου
Το άλλο σκέλος της απόφασης του ΣτΕ αφορά την ίδια την επίμαχη ΚΥΑ η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη νομοθεσία, καθώς δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια του νόμου που επιτρέπουν να χαρακτηριστεί μια χώρα «ασφαλής τρίτη χώρα», όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που συνοδεύουν την ΚΥΑ και ιδίως από την εισήγηση του διοικητή της υπηρεσίας Ασύλου. «Τούτο διότι η εισήγηση με το συνημμένο Παράρτημα περιορίζεται στην παράθεση των κειμένων των διεθνών πηγών που ελήφθησαν υπόψη, χωρίς να αξιολογούνται ειδικώς οι πληροφορίες που περιέχονται στις πηγές σε σχέση με τα τασσόμενα στον νόμο κριτήρια, ώστε να τεκμηριώνεται η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό», σημειώνει η ανακοίνωση του προέδρου του ΣτΕ.
Η ακύρωση της ΚΥΑ και των συγκεκριμένων αποφάσεων, που απορρίπτουν ως απαράδεκτο το αίτημα ασύλου των Αφγανών που προσέφυγαν στο ΣτΕ μέσω των δύο οργανώσεων, σημαίνει ότι το αίτημα ασύλου των προσφύγων από τις πέντε επίμαχες εθνικότητες δεν μπορεί να απορρίπτεται ως «απαράδεκτο» στην Ελλάδα, αλλά θα πρέπει να γίνεται δεκτό και να εξετάζεται στη χώρα μας. Σημαίνει επίσης ότι πρόσφυγες από τις πέντε εθνικότητες, των οποίων το αίτημα ασύλου έχει απορριφθεί ως απαράδεκτο, έχουν δικαίωμα να ξαναζητήσουν την εξέτασή του στη χώρα μας.

