Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα η κοινωνικοοικονομική κατάσταση επηρεάζει τον τρόπο που σκέφτονται και δρουν οι ανήλικοι, η κύρια αιτία που οι έφηβοι καταφεύγουν στη βία είναι η αδυναμία της οικογένειας να τους βοηθήσει να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης. Η περιορισμένη ενσυναίσθηση, η απουσία ανοχής στο διαφορετικό, η επιδεικτική αδιαφορία για τους κανόνες, η ανάγκη ελέγχου του περιβάλλοντος μέσω αποκλεισμών και βίαιων επιθέσεων, η υιοθέτηση προτύπων που ωραιοποιούν τη βία, είναι αποτέλεσμα ελλιπούς κοινωνικοποίησης για την οποία ευθύνονται το σχολείο και -κυρίως- η οικογένεια.
Παρά το γεγονός ότι η έκταση της ένδικης νεανικής παραβατικότητας στην Ελλάδα φαίνεται ότι κινείται στο πλαίσιο της χαμηλής και μεσαίας βαρύτητας, ωστόσο προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι αυξάνονται τα αδικήματα βίας και παράλληλα μειώνεται το όριο ηλικίας, κατά το οποίο ξεκινά η εμπλοκή των ανηλίκων με τον ποινικό νόμο. Ακόμα, λοιπόν, κι αν καταγράφεται στα στατιστικά στοιχεία των Υπηρεσιών μας μια ενδεχόμενη ποσοτική μείωση των περιστατικών που μας απασχολούν, αυτό μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακό, λόγω νέων νόμων που ισχύουν κατά καιρούς περί παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα πινάκια των δικαστηρίων. Ωστόσο, επισημαίνεται η αύξηση των αδικημάτων βίας, καθώς και η σοβαρότητα, η περιπλοκότητα και η πολυμορφία των περιστατικών σύγχρονης παραβατικότητας.
Ως προς το αναμορφωτικό μέτρο της συνδιαλλαγής ανήλικου θύτη και θύματος στο Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων, αυτό επιβάλλεται για πράξεις που έχουν προκαλέσει ζημία προς τρίτους και ειδικότερα: κλοπής, σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απειλής, συκοφαντικής δυσφήμησης, ενδοοικογενειακής βίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις για πράξεις ληστείας, όταν το προφίλ του παιδιού είναι εξαιρετικά καλό, η πράξη φαίνεται ότι διαπράχθηκε συμπτωματικά και δεν έχει υπάρξει έντονη χρήση βίας.
Προδικαστικά, συνήθως, διερευνάται από τους Επιμελητές η προοπτική της συνδιαλλαγής επιχειρώντας σχετική προσέγγιση και στα δύο εμπλεκόμενα μέρη χωριστά. Όταν ο δράστης αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης του και είναι πρόθυμος να ζητήσει συγγνώμη και το θύμα δείχνει διατεθειμένο να τη δεχτεί, ο Επιμελητής προτείνει το μέτρο στην έδρα του δικαστηρίου και όταν αυτό επιβληθεί (ενδέχεται και σε πρωθύστερο στάδιο) οι Επιμελητές αναλαμβάνουν τη διεξαγωγή της συνδιαλλαγής. Προετοιμάζουν και τα δύο μέρη να κατανοήσουν τον σκοπό επιβολής του συγκεκριμένου μέτρου και συντονίζουν τη διαδικασία, ώστε να αρθούν οι παρεξηγήσεις, να δοθούν οι αναγκαίες εξηγήσεις και να κατανοήσει ο ένας την πλευρά του άλλου με τελικό σκοπό την επίλυση της σύγκρουσης και την έκφραση συγγνώμης από το δράστη.
Όταν ο ανήλικος δράστης έχει μετανιώσει ειλικρινά, τότε αναλαμβάνοντας την ευθύνη της πράξης του με προθυμία ζητά συγγνώμη και αποδέχεται τις συνέπειες των όσων διέπραξε, βιώνοντας τη συνδιαλλαγή ανακουφιστικά, ως μια διαδικασία στην οποία γίνεται σεβαστός ως πρόσωπο, χωρίς να ταυτίζεται με την πράξη του. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθει ότι ακούγεται η άποψή του από το θύμα. Καλείται να φανεί ώριμος και να ζητήσει συγγνώμη, χωρίς όμως να βιώσει την έκφραση συγγνώμης ως ταπείνωση. Έτσι, η αγωνία να ανταποκριθεί στη διαδικασία και να εξηγήσει τις φορτισμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες τέλεσε την άδικη πράξη συνυπάρχει με την προσμονή του να συγχωρεθεί από το θύμα. Ωστόσο, ενδέχεται κάποιες φορές ο ανήλικος δράστης να βλέπει τη διαδικασία ως μια καλή διέξοδο, μια «τρίπλα» θα λέγαμε στην εμπλοκή του με το ποινικό σύστημα και ότι με αυτό τον τρόπο ελαφρύνεται η θέση του και επιλέγει να κάνει αυτό που πρέπει για μια καλύτερη αντιμετώπιση από το δικαστήριο.
Η συνδιαλλαγή επαναφέρει στο ποινικό προσκήνιο τις ανάγκες του θύματος και όταν έχει γίνει σωστά η όλη διαδικασία, το θύμα νιώθει ότι έχει πραγματικά δικαιωθεί και ανακουφίζεται, αφού του δίνεται η ευκαιρία να ακουστεί, βιώνοντας ταυτόχρονα μια αίσθηση ασφάλειας για το ότι ο θύτης δεν θα τον ξαναενοχλήσει, εκλαμβάνοντας τη συνδιαλλαγή ως μια διαδικασία απόδοσης δικαιοσύνης. Ωστόσο, γενικά το μέτρο της συνδιαλλαγής φαντάζει πολύ «νεωτερικό» στο θύμα, το οποίο μπορεί να νιώσει και ματαίωση, αν αντιληφθεί τη συνδιαλλαγή ως μια διεκπεραιωτική διαδικασία που ευνοεί τον δράστη.
Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία οφείλει με ευαισθησία να προσεγγίσει τον ανήλικο παραβάτη, δεδομένου ότι κατά κανόνα αυτά τα παιδιά προέρχονται από «διαλυμένες» οικογένειες και πορεύονται στη ζωή χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον. Τέλος, το σχολικό περιβάλλον, ειδικά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συνήθως δεν είναι φιλικό για τους ανήλικους παραβάτες και η επανένταξη των παιδιών στο σχολικό πλαίσιο αποτελεί μια δύσκολη υπόθεση, αν ληφθούν υπόψη και οι μαθησιακές δυσκολίες που τα παιδιά αυτά συχνά αντιμετωπίζουν.
*Πρωτοδικείο Αθήνας, Διδάκτωρ Κοινωνικής Πολιτικής – Συγγραφέας – Επικεφαλής Ομάδας Εργασίας «Έμφυλη Βία, Ισότητα και Ανθρώπινα Δικαιώματα» του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης – Γραμματεία Ισότητας ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ
