Ανοίγω στην οθόνη του υπολογιστή τη φωτογραφία της συγκέντρωσης. Κοιτώ, από τα αριστερά ώς τα δεξιά και πίσω, μέχρι εκεί που αρχίζει η θάλασσα, φαίνονται αμέτρητα πρόσωπα συγκεντρωμένων διαδηλωτών. Απ’ τη μια άκρη ώς την άλλη η προκυμαία της πόλης μας είναι γεμάτη. Δεν έχει καθόλου κενό χώρο. Σε κάποια σημεία πρέπει να πιέζονται οι άνθρωποι αναμεταξύ τους. Αλλά τι είναι αυτό που βλέπω; Κάποιοι αιωρούνται πάνω απ’ τη θάλασσα. Μεγαλώνω τη φωτογραφία, τη φέρνω σε κοντινό πλάνο· κάποιοι συγκεντρωμένοι είναι ανεβασμένοι σε κατάρτια ξύλινων σκαριών!
Από βιασύνη κοίταζα την προηγούμενη φωτογραφία που μελετούσα. Αυτή που δείχνει το μεγάλο πλήθος των Μυτιληνιών που συγκεντρώθηκαν στην προκυμαία για να γιορτάσουν την απελευθέρωση και το τέλος της γερμανικής Κατοχής, τότε, πριν από 80 χρόνια· στις 10 Σεπτέμβρη 1944. Ανοίγω δίπλα της μια φωτογραφία από τη σημερινή συγκέντρωση. Καμιά διαφορά, μόνο το χρώμα στη σημερινή κι ο ρουχισμός των συγκεντρωμένων. Ανθρωποι πολλοί, αμέτρητοι και στις δύο. Στη μία, του παρελθόντος, γιορτάζουν τη λευτεριά, χαίρονται για το φευγιό του κατακτητή. Προσμένουν τη συνέχεια της ζωής τους, να ζήσουν ελεύθεροι, να ανασάνουν, χωρίς τη μαυρίλα που καθόταν στο στήθος τους τόσα χρόνια. Στη σημερινή ζητούν να αποδοθεί η δικαιοσύνη, να χαρούν οι ψυχές των νεκρών και των ζωντανών. Ανάσαναν στην πρώτη περίπτωση, θέλουν οξυγόνο στη δεύτερη. Και στις δύο βλέπεις ανθρώπους με αγωνία, βλέμματα που αγωνιούν, αναζητούν, περιμένουν την κάθαρση και τη δικαίωση, λαχταρούν.
Η σιωπηλή παρουσία του καθενός μας έφερε την παλλαϊκή συγκέντρωση. Το εντυπωσιακό σύνολο που σχηματίστηκε, σήμερα και τότε, είναι ο Λαός. Αυτός βγαίνει μπροστά στις μεγάλες ώρες της Ιστορίας. Τότε που δεν τον οργανώνει κανένας, δεν έχει προσωπικό ή συντεχνιακό όφελος. Νιώθαμε ότι ήμασταν κι εμεί0ς γονείς των 57 σκοτωμένων – δολοφονημένων νέων συνανθρώπων μας.
Ναι, νιώθω ότι είμαι ο 58ος γονιός, το ίδιο κι άλλοι πολλοί. Πιέζει το μυαλό μας μια μαύρη σκέψη: «Κι αν ήταν το παιδί μου στο τρένο;». Από σύμπτωση δεν ήταν τα παιδιά μας στο τρένο. Η κόρη κι ο γιος μου τακτικά έκαναν αυτό το δρομολόγιο, όσο σπούδαζαν. Ηταν το δρομολόγιο που επέλεγαν οι φοιτητές. Ολοι νιώθουμε σαν να είμαστε οι 58οι γονείς, κι από εύνοια της τύχης δεν είμαστε στη θέση όσων έχασαν δικούς. Κλείνω τα μάτια και αλλάζω αιώνα. Γίνομαι πολίτης της απελευθέρωσης, βρίσκομαι στην ασπρόμαυρη προκυμαία του 1944, συμμετέχω και σ’ αυτό το συλλαλητήριο του πόθου της ελευθερίας, του διωγμού του τότε κακού.
Ετσι είναι στις μεγάλες στιγμές, συναντιόμαστε σε δρόμους και πλατείες, άλλοτε πανηγυρίζουμε τη λευτεριά κι άλλοτε ποθούμε τη δικαίωση. Πάντοτε από πλήθος μετατρεπόμαστε σε κυρίαρχο Λαό, τότε τους κάνουμε να φοβούνται!
