«Οι συγγραφείς της ηλικίας μας -νέοι, φιλόδοξοι, φερέλπιδες, τριάντα παρά κάτι- συνήθως πάνε κοπαδιαστά. Οι κλίκες αφήνουν ίχνη παντού στα σόσιαλ μίντια – συγγραφείς που εκθειάζουν αποσπάσματα από ανέκδοτα χειρόγραφα άλλων συγγραφέων (ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΑΝΥΠΟΜΟΝΩ!), που τσιρίζουν από ενθουσιασμό για την αποκάλυψη κάποιου εξωφύλλου (ΠΕΘΑΙΝΩ, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ, Υ-ΠΕ-ΡΟ-ΧΟ!!!) και ποστάρουν σέλφι από λογοτεχνικές μαζώξεις ανά την υφήλιο».
Από το 2018 και μετά άρχισε αισθητά να «ακούγεται» στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ευρώπης και της Αμερικής το όνομα Ρεμπέκα Κουάνγκ. Στον καιρό της πανδημίας η μόλις 28 ετών κινεζικής καταγωγής Αμερικανίδα συγγραφέας ολοκλήρωσε μια τριλογία η οποία ξεχώρισε, πήρε βραβεία και συνεχίζει να μεταφράζεται σε όλο τον κόσμο. Το «The Poppy War» (2018), το «Τhe Dragon Republic» (2019) και το «The Burning God» (2020) ξάφνιασαν το αμερικανικό αναγνωστικό κοινό για την πρωτοτυπία και την πλοκή τους στους φανταστικούς κόσμους που δημιούργησε η νεαρή συγγραφέας. Δύο χρόνια αργότερα εκδίδεται ένα τέταρτο μυθιστόρημα, το «Babel», που γίνεται μπεστ σέλερ. Και έναν χρόνο μετά, το 2023, κυκλοφορεί το «Yellowface» που μεταφράστηκε ώς τώρα σε 30 γλώσσες παίρνοντας σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία.
Το «Yellowface» είναι το πρώτο βιβλίο της Κουάνγκ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά, ενώ είναι ήδη υπό έκδοση και τα προηγούμενα βιβλία της. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή ιστορία όπου μια άχρωμη και άοσμη συγγραφέας, η Τζουν Χέιγουορντ, κλέβει το χειρόγραφο της φίλης της, της Αμερικανοασιάτισσας ταλαντούχας συγγραφέα Αθηνάς Λιου, όταν πεθαίνει ξαφνικά.
Το «Yellowface» όμως είναι πολύ περισσότερα από αυτή την κοινότοπη ιστορία. Πρόκειται για μια αμείλικτη σάτιρα για τον, υποτίθεται, πολιτισμένο δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα τον κόσμο των εκδόσεων και της λογοτεχνίας. «Η διαφορετικότητα πουλάει στις μέρες μας. Οι εκδότες κάνουν κρα για φωνές του περιθωρίου». Ναρκισσίστρια, ανασφαλής και ζηλιάρα, η Τζουν είναι συνεχώς θυμωμένη για τον αντίστροφο ρατσισμό και βλέπει τον εαυτό της ως θύμα που σηκώνει το βάρος των προνομίων. Η πρωτοτυπία και η ειρωνεία αυτού του βιβλίου είναι ότι η ίδια η συγγραφέας είναι μια Ασιάτισσα που αφηγείται αυτή την ιστορία μέσα από τα μάτια μιας λευκής συγγραφέα.
Το κλεμμένο βιβλίο «Τελευταίο μέτωπο» περιγράφει την εκμετάλλευση Κινέζων εργατών από τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οταν εκδίδεται παίρνει διθυραμβικές κριτικές. Η ηρωίδα το υπογράφει ως Τζούνιπερ Σονγκ, που «φέρνει» πιο πολύ σε ασιατικό επώνυμο, μεταμορφώνεται η ίδια σε Ασιάτισσα και για λίγο απολαμβάνει την επιτυχία της. Ωστόσο, το «φάντασμα» της Αθηνάς Λιου την καταδιώκει.

Το καίριο, σε όλες τις λογοτεχνικές κοινότητες, φαινόμενο της λογοκλοπής στηλιτεύεται από τη συγγραφέα με απανωτές επικρίσεις. Η ηρωίδα της προβαίνει σε έναν σωρό ανήθικες πράξεις για να καλύψει την παράνομη πράξη της. Χειραγωγεί τη μητέρα της Αθηνάς για να την εμποδίσει να μοιραστεί με το κοινό τα ημερολόγια της νεκρής κόρης της, φοβούμενη ότι περιείχαν στοιχεία για τη λογοκλοπή της. Εκβιάζει τον πρώην φίλο της Αθηνάς και απολύει έναν βοηθό σύνταξης που έτρεφε υποψίες για το γράψιμό της. Σκέφτεται να κάνει ακόμα και φόνο.
Αυτό που μπορεί να αναρωτηθεί κανείς είναι αν μια τέτοια ιστορία «στέκει». Είναι δυνατόν να εξαπατηθεί τόσο εύκολα ο λογοτεχνικός και εκδοτικός κόσμος; Η ολοένα και αυξανόμενη απρόσωπη ηλεκτρονική -και όχι πραγματική- εικόνα ενισχύει βάσιμα την πλοκή. Και αυτό, τόσο στην πραγματική ζωή όσο και στο μυθιστόρημα, το υποστηρίζουν όχι μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι προβεβλημένοι δημιουργοί, αλλά και ένας κύκλος ανθρώπων που τους συμβουλεύει και τους ακολουθεί. Η δόξα, η επιτυχία, το χρήμα, είναι το απόλυτο όνειρο της πλειονότητας των σύγχρονων ανθρώπων και αν χρειαστεί να πατήσουν επί πτωμάτων για να τα καταφέρουν, τότε θα το κάνουν χωρίς ηθικές αναστολές. Η «αποκαθήλωση» στην περίπτωση της ηρωίδας γίνεται με τα ίδια εργαλεία που και αυτή χρησιμοποίησε για να προβληθεί: το διαδίκτυο. Ανώνυμα σχόλια αποκαλύπτουν την απάτη της. Στην «αρένα» των σόσιαλ μίντια αρχίζει η μάχη και το «αίμα» τρέχει άφθονο. «Τελικά, όλα καταλήγουν στην ιδιοτέλεια. Ολα γίνονται για να παραποιήσεις την ιστορία∙ για να έχεις τον έλεγχο, κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου. Το κατανοώ απόλυτα. Το έκανα κι εγώ∙ αυτοί είναι οι κανόνες. Ετσι επιβιώνεις σ’ αυτόν τον χώρο».
Το μυθιστόρημα της Ρεμπέκα Κουάνγκ ρέει εύκολα, με λιτή γλώσσα και καλό ρυθμό σε κρατά ώς το τέλος. Αυτό όμως που το κάνει άκρως ενδιαφέρον είναι ότι τολμά να ανοίξει μια πολυεπίπεδη, σύνθετη συζήτηση για κάποια ζητήματα σχετικά με τον εκδοτικό κλάδο και επίσης να καυτηριάσει τον ρόλο που παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην εξέλιξη της καριέρας των συγγραφέων σε όλο τον κόσμο.
«Πώς μετατρέπεται κάποιος από αληθινός άνθρωπος, από κάποιος που ξέρατε στ’ αλήθεια, σε ένα μάτσο στοιχεία καθορισμένα από το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση, σε ένα κάρο δεδομένα που καταναλώνουν και επιδοκιμάζουν θαυμαστές, οι οποίοι θεωρούν ότι τον άνθρωπο αυτόν τον γνωρίζουν καλά, μα, στην πραγματικότητα, δεν τον ξέρουν καθόλου -και το συνειδητοποιούν κιόλας-, αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να τον εξυμνούν;».
