Στον δρόμο ο κόσμος αναπνέει τις δικές του ώρες. Αμάξια διαρκώς συγκρούονται σαν σε έναν παράλογο, δύσκολο διαγωνισμό υλικής μεταμόρφωσης. Η εφαρμοσμένη διάνοια, η απόλυτα εφαρμοσμένη λειτουργικότητα γίνεται παλιοσίδερα. Και όλο στοιβάζονται σε έναν άτυπο διαγωνισμό με σημείο τερματισμού το φεγγάρι. Οι άνθρωποι τους κοιτούν και τρώνε σορμπέ. Η πλάτη τους πονάει από τη στιφάδα του ενώ καταπίνουν. Κάποιες φορές περιστέρια στέκονται στα καπέλα τους (δεν φοράμε πια αρκετά καπέλα). Γερανοί ανεβάζουν διαρκώς γριές στα ουράνια. Τις αφήνουν εκεί και ύστερα επιστρέφουν για την επόμενη.
Εδώ είναι διαρκώς μία μέρα πριν από τα Χριστούγεννα. Μια ατελείωτη προετοιμασία για μια ώρα γιορτής που δεν φτάνει ποτέ. Περιτυλίγματα δώρων σε μέγεθος κτιρίων παρατημένα στους δρόμους παρασύρουν τους περαστικούς. Και όλα τα έπιπλα των σπιτιών βρίσκονται έξω από τα διαμερίσματα για να περάσει η παγωνιά να τα γυαλίσει. Σκαρφαλωμένο σ’ ένα βουνό σκουπίδια ένα παιδί ανεμίζει μια ασπρόμαυρη σημαία. Είναι που ο πατριωτισμός, σαν τα σκυλιά, έχει πάντοτε αχρωματοψία. Γι’ αυτό και γαβγίζει ακατάστατα, μέχρι τελικά να δαγκώσει τον εαυτό του.
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα απορροφημένος στις σκέψεις του διασχίζει τους δρόμους. Οι περαστικοί τον ρωτούν γιατί δεν είναι πεθαμένος. Αυτός κοιτά τη δουλειά του. Δεν τους αποκρίνεται. Μόνο χαρτογραφεί τα ελάχιστα οπωροφόρα της Αθήνας. Εδώ και πενήντα χρόνια τρέφεται αποκλειστικά με νεράντζια (τα οποία δεν τρώγονται).
Μια κατσαρίδα στη φωλιά της. Απόψε ξύπνησε μεταμορφωμένη. Μεταμορφωμένη σε Κάφκα. Κουνάει τα χέρια και τα πόδια της χωρίς να ξέρει τι να τα κάνει. Γράφει ακατάπαυστα αριστουργήματα χωρίς αυτή να είναι η πρόθεσή της. Σαν η φύση της να την κυριεύει και να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν θα τα εκδώσει ποτέ. Αυτό θα το κάνει ο φίλος της, αφού αυτή πεθάνει. Ενα σκαθάρι μεταμορφωμένο σε Μαξ Μπροντ.
Ομάδες μοτοσικλετιστών κατεβαίνουν διαρκώς στην πόλη. Φοράνε κουρέλια, πετσιά, βρόμικα μέταλλα. Βίαιοι, έξαλλοι, μυρίζουν βενζίνη. Ερχονται από αλλού, από έναν άλλο χρόνο. Είναι ο χρόνος της πόλης όταν η πόλη τελειώσει. Η Αθήνα μετά την Αθήνα. Ξεσπούν τη βία τους στα μαγαζιά, στους περαστικούς. Αλυσίδες, λακτίσματα, αλυχτήματα. Κεφάλια ακατάστατα ξυρισμένα, περίεργα χρώματα, φλέβες κάτω από το δέρμα. Είναι η βία που το μέλλον ασκεί στο παρόν. Ο μετεωρισμός του ενδεχόμενου πάνω από τα κεφάλια της στιγμής.
Η μαγική εικόνα. Ενα σκοτεινό παράδειγμα. Η πόλη δεν είναι ποτέ αυτό με το οποίο μοιάζει. Η πόλη είναι πάντοτε αυτό που αποκρύβει. Ενα βίαιο ξέσπασμα. Πριν ξεσπάσει. Μια άναρθρη ομολογία. Πριν διατυπωθεί. Μια συμβουλή ενός γέρου συγγραφέα που πέφτει στο χώμα. Κανείς δεν γνωρίζει τα ορυκτά μας. Κανείς δεν υποπτεύθηκε πως η αληθινή πόλη ζει υπόγεια. Στα υπόγεια. Στα θαμμένα ποτάμια. Στα μπαζωμένα συναισθήματα. Οι ορδές της νύχτας ξημερώνουν. Αυτή τη φορά με τους δικούς τους όρους. Στους υπόγειους δρόμους ο κόσμος αναπνέει τις δικές του ώρες.
Ναι. Είμαστε εδώ. Κοίτα τις ανθοφορίες μας. Σήμερα όλοι μας αποφασίσαμε να σπαταλήσουμε τις ελάχιστες περιουσίες μας σε λουλούδια. Σαν ένα μέτρο επιβίωσης. Τα απλώνουμε στα μπαλκόνια, στις εισόδους, στα πεζοδρόμια. Και βγαίνουμε διαρκώς οπλισμένοι μέσα από τα λουλούδια. Βίαιοι και ανθισμένοι. Ετοιμοι να πάρουμε αυτό που μας ανήκει.
