Αυτές τις ευρωεκλογές δεν τις απασχόλησε καθόλου ο πολιτισμός, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Ομως ο πολιτισμός και τα γράμματα υπήρξαν ο ακρογωνιαίος λίθος στην ανάπτυξη αυτής της ηπείρου, ο Γουτεμβέργιος, και ο Διαφωτισμός που σχετιζόταν με αυτόν, άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας.
Η ανάπτυξη των επιστημών γενικά, και των ανθρωπιστικών επιστημών ειδικότερα, ξεκίνησε σταδιακά από τα χρόνια του Διαφωτισμού αποσυνδέοντας τη γνώση από τη θεοκρατία και την πίστη και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που αυτές αναπτύχθηκαν ραγδαία, εμπέδωσαν ένα πνεύμα συνεργασίας και ειρήνευσης σχετικά μοναδικό για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γαλλία του Διαφωτισμού ο όρος ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εμφανίστηκε και καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1940, αρχικά μάλιστα κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π., κάτι συμβολικά πολύ ισχυρό, και ενώ αρχικά αναφερόταν κυρίως στην Ψυχολογία και την Κοινωνιολογία, επεκτάθηκε γρήγορα σε μια σειρά νέων επιστημονικών κλάδων που είχαν ως επίκεντρο τον άνθρωπο.
Σήμερα πόσοι από τους επιστημονικούς κλάδους της μόδας έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο; Αυτό που κυρίως έχουν στο επίκεντρό τους είναι η κοινωνική μελέτη του ανθρώπου, όχι πια για να βελτιωθεί η ζωή του αλλά για να αποκωδικοποιηθεί και να χαρτογραφηθεί η κάθε είδους συμπεριφορά του -καταναλωτική, σεξουαλική, πολιτική- ώστε να καταστεί ευάλωτο αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης.
Αυτός ο οικονομισμός και η επιστημοσύνη του συμφέροντος οδηγούν την Ευρώπη σε προ- και αντι-επιστημονικές ατραπούς που δεν προοιωνίζονται τίποτα καλό για το μέλλον. Η ίδια δε η Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει το ίδιο πάντα υβρίδιο που απλώς επεκτείνεται γεωγραφικά. Πολλαπλασιάστηκε σαν αμοιβάδα με ένα σωρό νέες χώρες αλλά με την ίδια πάντα υβριδική δομή που, ενώ αρχικά υπήρξε φορέας ελπίδας, όσο μεγαλώνει γίνεται πιο εύθραυστη και πιο επιρρεπής στις ομαδοποιήσεις και τους εθνικισμούς. Δεν υπάρχει κανενός είδους εμβάθυνση, ούτε πολιτική, ούτε κυρίως πολιτιστική και πολιτισμική.
Ο πολιτισμός το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έγινε ο δίαυλος συνεννόησης, διαλόγου, γνωριμίας με το διαφορετικό. Οσο η ανάπτυξη των πολιτιστικών ανταλλαγών συμβάδιζε με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, και η δεύτερη διευκόλυνε την πρώτη, τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν καλά, να χτίζεται εμπιστοσύνη και να δημιουργείται αλληλοκατανόηση. Τώρα υπάρχει στασιμότητα, αν όχι υποχώρηση, όλων αυτών των δεικτών.
Και καθώς ζούμε την υπερανάπτυξη της τεχνολογίας και την υποχώρηση του πολιτισμού, των γραμμάτων και των κοινωνικών επιστημών, από τη σχέση αυτή τεχνολογίας και πολιτισμικής ανάπτυξης μένει μόνο η υπερκινητικότητα. Ισως κάπως έτσι εξηγείται και ο υπερτουρισμός. Αφού δεν υπάρχει πραγματική πολιτιστική (συμ)παραγωγή ούτε πολιτιστικός διάλογος, αυτό που απομένει είναι η χρήση της τεχνολογίας. Χρησιμοποιούμε πλοία, τρένα, αεροπλάνα για να υποκαταστήσουμε την πολιτιστική επικοινωνία με μια επικοινωνία τουριστική, που είναι η μόνη εκδοχή πολιτισμού που παραμένει κραταιή. Κάπως έτσι τρέχουμε παντού κυνηγώντας την ουρά μας.
