Η Λη Σαράφη γράφει για τη Μάριον Πάσκοου και τον Στέφανο Σαράφη
Η γνωριμία
Η Αγγλίδα Mάριον Πάσκοου και ο συνταγματάρχης (τότε) Στέφανος Σαράφης γνωρίστηκαν το 1938 στη Μήλο. Ο Σαράφης βρισκόταν εκεί εξόριστος από τη δικτατορία Μεταξά. Η Μάριον ήταν αρχαιολόγος με σπουδές στην Οξφόρδη και το Κέμπριτζ και ειδικότητα στα προϊστορικά και πήγε στη Μήλο εκ μέρους της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής για να μελετήσει τα ευρήματα της Φυλακωπής. Στο καράβι προς τη Μήλο ρώτησε εάν υπάρχει κάποιος στο νησί που να μιλάει αγγλικά ή γαλλικά. Την παρέπεμψαν στον συνταγματάρχη Σαράφη ο οποίος μιλούσε γαλλικά. Γνωρίστηκαν στο λιμάνι, κι εκείνος βοήθησε τη Μάριον να βρει στέγη για το διάστημα της παραμονής της. Τις επόμενες μέρες συναναστράφηκαν ο ένας τον άλλον κάνοντας μαζί μεγάλους περιπάτους στο νησί, στην περιοχή που η Μάριον ερευνούσε σαν αρχαιολόγος, και στις περιοχές που ο Σαράφης έκανε καθημερινά περιπάτους σε βήμα πεζικού για να κρατιέται σε ετοιμότητα «μήπως κάποια μέρα η πατρίδα τον ξαναχρειαζόταν» όπως της είπε.
Οι περίπατοι αυτοί εμπεριείχαν και μια σειρά μαθημάτων νεοελληνικής ιστορίας για τη Μάριον, μέσα από την προσωπική αφήγηση του Στέφανου Σαράφη. Η ίδια έγραψε στο βιβλίο της «Ο στρατηγός Σαράφης όπως τον γνώρισα» (Καστανιώτης, 1990) ότι τότε κατάλαβε καλύτερα τι γινόταν στην Ελλάδα και είδε με πιο κριτικό μάτι την αγγλική εξωτερική πολιτική. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι τον είχε αγαπήσει, χωρίς όμως να ελπίζει σε ανταπόκριση αφού ο ίδιος της δήλωσε ότι όφειλε να ακολουθεί μοναχικό δρόμο – δεν ήθελε να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια και να βαρύνει άλλους με τις επιπτώσεις από την προσωπική του πολιτική πορεία, τις φυλακίσεις, τις εξορίες και τους διωγμούς.
Ετσι αυτή η συνύπαρξη των ελάχιστων ημερών δεν είχε συνέχεια.
Χρόνια αργότερα, μετά την Αντίσταση, τον ΕΛΑΣ και το τέλος του πολέμου, ο στρατηγός Σαράφης αποστρατεύτηκε τον Νοέμβριο του 1946 και εκτοπίστηκε αμέσως στη Σέριφο. Εκεί τον βρήκε η Μάριον μετά από μεγάλες αναζητήσεις και του έγραψε από την Αγγλία. Ξεκίνησαν να αλληλογραφούν και συνέχισαν όταν ο στρατηγός εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο από τον Γενάρη του ‘48 έως τον Ιούλιο του ‘50, όπως και όταν μεταφέρθηκε στην εξορία του Αϊ-Στράτη. Εκεί με τη βοήθεια και προτροπή του φίλου και συνεξόριστου Κώστα Γαβριηλίδη, η Μάριον πήρε την πρωτοβουλία κι έκανε πρόταση γάμου στον στρατηγό, πάντα μέσω επιστολών. Εκείνος την απέρριψε ευγενικά απαντώντας ότι ήταν αδιανόητο να δεχθεί να δέσει τη ζωή της με έναν εξόριστο που δεν γνώριζε αν και πότε θα απελευθερωνόταν. Η Μάριον όμως επέμενε, σταθερή στα αισθήματα που είχε για εκείνον από το 1938. Η σχέση τους μπόρεσε να προχωρήσει μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1951 όταν ο Σαράφης εξελέγη βουλευτής της ΕΔΑ (η ΕΔΑ εξέλεξε 10 βουλευτές, οι 7 ήταν εξόριστοι και οι 3 φυλακισμένοι). Ετσι απελευθερώθηκε από τον Αϊ-Στράτη και δεν επέστρεψε εκεί, παρότι η εκλογή όλων των βουλευτών της ΕΔΑ ακυρώθηκε από το εκλογοδικείο. Παντρεύτηκαν τον Φεβρουάριο του 1952 και έζησαν μόνο πέντε χρόνια και τρεις μήνες μαζί. Το δολοφονικό χτύπημα της 31ης Μαΐου 1957 τους χώρισε για πάντα.
Το χτύπημα και ο θάνατος του στρατηγού
Το μεσημέρι της Παρασκευής 31 Μαΐου 1957, αφού ο στρατηγός τελείωσε τις δουλειές που είχε στα γραφεία της ΕΔΑ στην Αθήνα (είχε εκλεγεί βουλευτής της ΕΔΑ στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1956), επέστρεψε με το λεωφορείο στο σπίτι τους στον Αλιμο. Εκείνος και η Μάριον επωφελούνταν από τη γειτνίαση στη θάλασσα και έκαναν καθημερινά μπάνιο από τις αρχές Μαΐου ώς το τέλος Οκτωβρίου. Περίπου την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα λοιπόν, κατευθύνθηκαν προς την κοντινή παραλία του Αλίμου. Η παραλιακή λεωφόρος του Αλίμου χωριζόταν τότε όπως και τώρα από μια νησίδα ασφαλείας. Το ζευγάρι διέσχισε το τμήμα της λεωφόρου που είχε κατεύθυνση την Αθήνα. Οταν πλησίαζε τη νησίδα ασφαλείας, φάνηκαν ξαφνικά δύο αυτοκίνητα, ένα μικρό μαύρο που προχωρούσε κανονικά και κοντά στο πεζοδρόμιο και μια ανοιχτή κούρσα μπλε-πράσινη που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα (περίπου 140 χιλιόμετρα όπως αποδείχτηκε). Αυτή η κούρσα τούς χτύπησε. Την αναίσθητη Μάριον τη μετέφεραν σε νοσοκομείο της Αθήνας με κακώσεις και διαλυμένο το ένα πόδι. Τον στρατηγό τον μετέφεραν με φορτηγό στο Νοσοκομείο Κυανούς Σταυρός στη λεωφόρο Συγγρού.
Το χτύπημα που είχε δεχτεί ήταν φοβερό: ο εγκέφαλός του είχε πολτοποιηθεί, ενώ είχαν υποστεί ρήξη οι πνεύμονες και η σπονδυλική του στήλη. Πέθανε μία ώρα αργότερα.
Το αυτοκίνητο που χτύπησε το ζεύγος Σαράφη το οδηγούσε ο Mario Mouzilli (Μουζίλι, αλλά στον Τύπο της εποχής πέρασε και έμεινε ως Μουζάλι), υπαξιωματικός της Αμερικανικής Αεροπορίας, 22 ετών, που υπηρετούσε στη βάση του Ελληνικού. Συνοδηγός ήταν ένας άλλος Αμερικανός που υπηρετούσε στη βάση ονόματι James Carley. Μέσα στο αυτοκίνητο βρέθηκαν δύο άδεια μπουκάλια μπίρας αλλά ο Μουζίλι και ο Κάρλεϊ ήταν εντελώς νηφάλιοι.Στον τόπο του τροχαίου έφτασαν αμέσως Αμερικανοί από τη βάση οι οποίοι «συνέλαβαν» τους δύο επιβαίνοντες. Λίγες μέρες αργότερα η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών ανακοίνωσε:
«Αι αμερικανικαί στρατιωτικαί αρχαί έθεσαν εν προφυλακίσει μέχρι εκδόσεως αποφάσεως έναν Αμερικανό αεροπόρο, το αυτοκίνητο του οποίου ετραυμάτισε τον στρατηγό και βουλευτή Στέφανο Σαράφη».
Η δίκη του Μουζίλι πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1958. Το Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε σε φυλάκιση 10 μηνών και καταβολή 20.000 δρχ. αλλά καθώς θεωρήθηκε ότι ήταν «προφυλακισμένος» από τις αμερικανικές αρχές, αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Αμερική.
Το κείμενο βασίζεται σε αφηγήσεις της Μάριον Πάσκοου (η οποία κληροδότησε το προσωπικό αρχείο της στην κ. Λη Σαράφη) που έχουν περιληφθεί στο βιβλίο της «Ο στρατηγός Σαράφης όπως τον γνώρισα» από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1990), το οποίο είχε επιμεληθεί ο αρθρογράφος.
