Οι περσινές πλημμύρες και ο παρατεταμένος καύσωνας του φετινού καλοκαιριού έδειξαν ότι –όπως προβλεπόταν εξάλλου από τις επιστημονικές αναλύσεις– η περιοχή που βρίσκεται η χώρα μας θα πληγεί με έντονο τρόπο από τις πολλαπλές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η αντιμετώπιση αυτής της νέας εποχής για τον πλανήτη ολόκληρο απαιτεί πριν απ’ όλα την αποφασιστική εκμηδένιση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στις οποίες οφείλεται η υπερθέρμανση και επομένως οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες και οι κίνδυνοι πυρκαγιάς. Γνωρίζουμε πλέον ότι ολιγάρχες που εκμεταλλεύονται ορυκτά καύσιμα, τράπεζες και κυβερνήσεις δεν τηρούν τους στόχους που βάζουν οι διεθνείς συμφωνίες για την κατάργηση των εκπομπών αυτών με σκοπό, όχι την αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά τη διατήρησή της στα επίπεδα όπου έχει φτάσει σήμερα.
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής για τις καλλιέργειες και τις οικονομικές δραστηριότητες εν γένει, για τις υποδομές και τις συνθήκες ζωής των κατοίκων, είναι ορατές και οδυνηρά αισθητές και στη χώρα μας ειδικά αυτό το μακρύ καυτό καλοκαίρι με συνθήκες καύσωνα που κρατούν σχεδόν αδιάκοπα εδώ και ενάμιση μήνα. Και αυτές οι συνθήκες απαιτούν, ακόμα κι αν σταθεροποιηθεί στα σημερινά επίπεδα η κλιματική αλλαγή, νέες στρατηγικές και πολιτικές. Αλλά παράλληλα με αυτές τις απειλές και αυτά τα πλήγματα οι πληθυσμοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την αστάθεια των οικονομικών δραστηριοτήτων και της προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά και με μια επιθετική πολιτική των κυρίαρχων τάξεων απέναντι στον κόσμο της εργασίας και τις λαϊκές τάξεις. Από όλες αυτές τις απόψεις πρόκειται για ένα νέο και εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, που για την αντιμετώπισή του χρειάζεται να γίνουν ριζικές αλλαγές σε ό,τι αφορά την αξιοποίηση των διαθέσιμων επιστημονικών γνώσεων και τη διάδοσή τους, την εγκατάσταση πραγματικών δημοκρατικών θεσμών που επιτρέπουν την έκφραση και τον κυρίαρχο ρόλο των λαϊκών τάξεων και την πραγματοποίηση στρατηγικών επιλογών που προστατεύουν πραγματικά τον ανθρώπινο πληθυσμό.
Από σήμερα μέχρι και την προσεχή Παρασκευή η «Εφ.Συν.» δίνει το βήμα της σε έξι σημαντικούς επιστήμονες και ειδικούς που ακτινογραφούν βασικές διαστάσεις της κλιματικής κρίσης.
Σήμερα γράφουν ο Κώστας Λαγουβάρδος, μετεωρολόγος-διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, και ο Θοδωρής Μ. Γιάνναρος, πυρομετεωρολόγος και κύριος ερευνητής του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης/Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Θα ακολουθήσουν αύριο, Τρίτη, ο Δημήτρης Τσέκερης, ενεργειακός μηχανολόγος μηχανικός, αναλυτής Ενεργειακών Σεναρίων, την Τετάρτη ο Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών σε θέματα πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, την Πέμπτη ο Μανόλης Κογεβίνας, καθηγητής, επιδημιολόγος ερευνητής στο Κέντρο Διεθνούς Υγείας στη Βαρκελώνη, και την Παρασκευή ο οικονομολόγος Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν, που είχε και την ιδέα και τον συντονισμό αυτής της παρέμβασης.
Υψηλές θερμοκρασίες και καύσωνες
Οι περιοχές της Ελλάδας που βιώνουν τουλάχιστον έναν καύσωνα ετησίως έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 1990 και μετά. Ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι διαπιστώνουμε χρονική επέκταση της εποχής εμφάνισης των καυσώνων, με σημαντική αύξηση των επεισοδίων καύσωνα και τον μήνα Ιούνιο. Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο πιο θερμός Ιούνιος που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα μας
Του δρα Κώστα Λαγουβάρδου*
Λόγω της κλιματικής αλλαγής η θερμοκρασία της χώρας μας έχει παρουσιάσει σημαντική αύξηση σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Πιο συγκεκριμένα την τριακονταετία 1991-2020 η κατά μέσο όρο τάση αύξησης της θερμοκρασίας στη χώρα μας είναι ~0,05°C ανά έτος, το οποίο σημαίνει ότι η μέση ετήσια θερμοκρασία στη χώρα έχει αυξηθεί περίπου 1,5°C μέσα σε αυτή την περίοδο των 30 ετών. Η τιμή αυτή θεωρείται πολύ υψηλή και είναι συγκρίσιμη με αντίστοιχες τιμές σε άλλες περιοχές της Μεσογείου και της Ευρώπης.
Ας επικεντρωθούμε τώρα στην ακραία συμπεριφορά των θερμοκρασιών, δηλαδή στους καύσωνες και τη διάρκειά τους.
Οσον αφορά τις περιόδους καύσωνα, πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών έδειξε ότι τα επεισόδια καύσωνα στη χώρα μας αυξάνονται τόσο σε συχνότητα, σε ένταση αλλά και σε έκταση. Οι περιοχές της Ελλάδας που βιώνουν τουλάχιστον έναν καύσωνα ετησίως έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 1990 και μετά. Επίσης ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι διαπιστώνουμε χρονική επέκταση της εποχής εμφάνισης των καυσώνων, με σημαντική αύξηση των επεισοδίων καύσωνα και τον μήνα Ιούνιο. Ο Ιούνιος του 2024 μάλιστα μόλις επιβεβαίωσε (για ακόμα μία φορά) τα επιστημονικά αυτά ευρήματα: ήταν ο πιο θερμός Ιούνιος που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα μας.
Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις από τους καύσωνες αναμένονται στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η θερμοκρασία παραμένει υψηλή ακόμα και τη νύχτα. Η περίοδος που διανύουμε (μέσα Ιουλίου 2024) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύ σημαντικής θερμικής επιβάρυνσης τη νύχτα σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα. Είναι επομένως απαραίτητο να μελετήσουμε και να εφαρμόσουμε άμεσα πολιτικές μετριασμού των επιπτώσεων των υψηλών θερμοκρασιών στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Ο καύσωνας χαρακτηρίζεται συχνά από πολλούς κλιματικούς επιστήμονες ως ένας «ύπουλος κίνδυνος». Δεν κάνει τον «θόρυβο» που χαρακτηρίζει τις καταιγίδες και τις θύελλες, αλλά προκαλεί τεράστια προβλήματα καταρχάς στην υγεία των ανθρώπων, σε οικονομικούς τομείς όπως η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός, όσο και στα οικοσυστήματα. Ολοι θυμόμαστε το καλοκαίρι του 2021 με δύο ισχυρούς και παρατεταμένους καύσωνες, καθώς και τον μεγάλο σε διάρκεια καύσωνα του Ιουλίου του 2023 με καταστροφικές συνέπειες στα οικοσυστήματα με τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές των δύο αυτών καλοκαιριών. Δυστυχώς οι μεγάλοι σε διάρκεια καύσωνες και η ξηρασία που τους συνοδεύει δημιουργεί το υπόβαθρο για ανεξέλεγκτες δασικές πυρκαγιές, ακόμα και χωρίς ισχυρούς ανέμους. Παρόμοιες καταστάσεις διαπιστώνουμε και σε άλλες χώρες της Μεσογείου.
Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι καύσωνες είναι το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και θα πρέπει να πάρουμε, όπως ήδη τονίσαμε, άμεσα μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα τελευταία καλοκαίρια (2021, 2023) αλλά και το φετινό καλοκαίρι μάς έχουν ήδη δώσει μια δυστοπική εικόνα ακραίων θερμοκρασιακών συνθηκών, συνθήκες που πιθανό μέσα στις δύο επόμενες δεκαετίες να είναι η κανονικότητα.
* Μετεωρολόγος – διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών
Κλιματική αλλαγή και δασικές πυρκαγιές
Η ολοκληρωμένη διαχείριση πυρκαγιών δεν αποτελεί κάποια θεωρητική επιστημονική προσέγγιση, αλλά, αντίθετα, εδράζεται σε ένα σύνολο ενεργειών που στοχεύουν στη διαχείριση της φωτιάς με απώτερο σκοπό τον περιορισμό των δυσμενών για τον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα επιπτώσεων από ανεξέλεγκτες, καταστροφικές δασικές πυρκαγιές και περιλαμβάνει πέντε βασικούς πυλώνες, από την ανάλυση των φαινομένων μέχρι την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων
Του Θοδωρή Μ. Γιάνναρου
Η φωτιά αποτελούσε πάντα ένα φυσικό στοιχείο του πλανήτη μας, ενώ μεγάλες και καταστροφικές δασικές πυρκαγιές εκδηλώνονταν και κατά το μακρινό παρελθόν (π.χ., η πυρκαγιά το 1910 στα Βόρεια Βραχώδη Ορη των ΗΠΑ, οι πυρκαγιές του 1939 στην Αυστραλία και η πυρκαγιά του 1949 στον Νομό Λαντ της Γαλλίας). Ωστόσο, οι πρόσφατες καταστροφικές δασικές πυρκαγιές σε διάφορα μέρη του πλανήτη μας (2017 – Χιλή και Πορτογαλία, 2018 – Καλιφόρνια/ΗΠΑ και Ελλάδα, 2019 – Ινδονησία και Σιβηρία, 2020 – Αυστραλία, 2021 – Καναδάς, ΗΠΑ και Μεσόγειος, 2023 – Ελλάδα) έχουν εγείρει έντονη ανησυχία σχετικά με το εάν βρισκόμαστε στην αυγή μιας νέας εποχής δασικών πυρκαγιών με κύριο χαρακτηριστικό τα ακραία συμβάντα.
Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα έχει ομόφωνα συμφωνήσει πως οι πρόσφατες ακραίες δασικές πυρκαγιές αποτελούν μία νέα κανονικότητα, καθώς εκδηλώνονται με αυξανόμενη συχνότητα, ένταση, μέγεθος και δριμύτητα σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις τους στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον. Εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες εξάπλωσης, χαοτικές κηλιδώσεις, ισχυρά ανοδικά και καθοδικά ρεύματα αέρα, δημιουργία πυροστροβίλων και πυρονεφών, αποτελούν ορισμένα μόνο από τα κοινά χαρακτηριστικά των ακραίων δασικών πυρκαγιών. Η ακραία συμπεριφορά αυτών των πυρκαγιών καθιστά το έργο της καταστολής εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, αυξάνοντας σημαντικά τη διακινδύνευση πολιτών και πυροσβεστών. Στην πραγματικότητα, οι ακραίες δασικές πυρκαγιές σταματούν το καταστροφικό τους έργο μόνο όταν δεν έχουν πια τίποτε άλλο να κάψουν ή όταν οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες το επιτρέψουν. Θα λέγαμε πως απέναντί τους μοιάζουμε με τους κατοίκους της Λιλιπούπολης, οι οποίοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν τον γίγαντα (την πυρκαγιά) μόνο όταν αυτός αποκοιμηθεί.
Ποιος ευθύνεται όμως για αυτή τη νέα πραγματικότητα των δασικών πυρκαγιών; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι απλή. Αυτό που με μεγάλη βεβαιότητα μπορούμε αρχικά να πούμε είναι πως η φωτιά επάνω στον πλανήτη μας έχει αλλάξει διότι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνεται έχει αλλάξει. Σήμερα, το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνεται και εξαπλώνεται μία πυρκαγιά είναι περισσότερο ευνοϊκό για αυτήν από ό,τι αρκετές δεκάδες χρόνια πριν. Η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη αλλαγή των χρήσεων γης (εγκατάλειψη της υπαίθρου) και την απούσα ή μη αποδοτική διαχείριση των δασικών καυσίμων, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον που είναι εξαιρετικά «φιλικό» προς τη φωτιά.
Η συχνότερη εμφάνιση παρατεταμένων θερμών και ξηρών (ανομβρία) συνθηκών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, στοιχείο συνδεδεμένο με την κλιματική αλλαγή, αυξάνει τη διαθεσιμότητα νεκρών δασικών καυσίμων (πιο απλά, η βλάστηση πεθαίνει και συσσωρεύεται βιομάζα διαθέσιμη προς καύση). Η επικράτηση υψηλών θερμοκρασιών και χαμηλής σχετικής υγρασίας ή/και η εμφάνιση ισχυρών και παρατεταμένων επεισοδίων καύσωνα κατά τους θερμούς μήνες του έτους, στοιχεία επίσης συνδεδεμένα με την κλιματική αλλαγή, οδηγούν σε ελάττωση της περιεχόμενης υγρασίας των νεκρών δασικών καυσίμων (πιο απλά, η βιομάζα που έχει συσσωρευτεί ξεραίνεται), αυξάνοντας έτσι την ευκολία ανάφλεξής τους και δημιουργώντας ένα πυρομετεωρολογικό περιβάλλον στο οποίο η φωτιά μπορεί να «ανθήσει». Στους παραπάνω παράγοντες θα πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και τον άνεμο, ο οποίος όταν πνέει με σχετικά μεγάλες εντάσεις ευνοεί ακόμα περισσότερο τη γρήγορη εξάπλωση της φωτιάς και την ανάπτυξη μεγάλων θερμικών φορτίων.
Συνοψίζοντας, η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή έχει δημιουργήσει σήμερα ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο είναι ευκολότερο για τη φωτιά να εκδηλωθεί, να κινείται γρήγορα και να αναπτύσσει μεγάλα θερμικά φορτία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι δεν ευθύνεται η κλιματική αλλαγή για την έναρξη δασικών πυρκαγιών, καθώς, στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές ξεκινούν από κάποια ανθρωπογενή δραστηριότητα (εξαιρούνται οι περιπτώσεις έναρξης πυρκαγιάς από κεραυνικά πλήγματα).
Η αντιμετώπιση των ακραίων δασικών πυρκαγιών προϋποθέτει την υιοθέτηση και εφαρμογή ολοκληρωμένων στρατηγικών διαχείρισης του προβλήματος. Η ολοκληρωμένη διαχείριση πυρκαγιών δεν αποτελεί κάποια θεωρητική επιστημονική προσέγγιση, αλλά, αντίθετα, εδράζεται σε ένα σύνολο ενεργειών που στοχεύουν στη διαχείριση της φωτιάς με απώτερο σκοπό τον περιορισμό των δυσμενών για τον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα επιπτώσεων από ανεξέλεγκτες, καταστροφικές δασικές πυρκαγιές. Περιλαμβάνει πέντε (5) βασικούς πυλώνες, όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στο γράφημα που συνοδεύει το κείμενο αυτό.
● Πυλώνας 1: Ανασκόπηση και ανάλυση. Συστηματική καταγραφή και μελέτη των πυρκαγιών του παρελθόντος με ποιοτική και κυρίως ποσοτική ανάλυση (υπολογισμός ισόχρονων εξάπλωσης και χαρακτηριστικών συμπεριφοράς όπως η ταχύτητα εξάπλωσης και η θερμική ένταση) για την κατανόηση των παραγόντων που καθορίζουν την εξάπλωση και τη συμπεριφορά της φωτιάς.
● Πυλώνας 2: Περιορισμός κινδύνου. Διαχείριση των δασικών καυσίμων, ενίσχυση της ενσυναίσθησης του πληθυσμού και εφαρμογή μέτρων για την αποτροπή ενάρξεων πυρκαγιών από αμέλεια, συμπεριλαμβανομένων των ενάρξεων λόγω αστοχιών σε δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
● Πυλώνας 3: Ετοιμότητα. Υιοθέτηση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, συστημάτων επιτήρησης (π.χ., ανίχνευση καπνού), συστημάτων αξιολόγησης του κινδύνου και αναδιάρθρωση της επικοινωνίας της επικινδυνότητας.
● Πυλώνας 4: Απόκριση. Τακτική ανάλυση (σε πραγματικό χρόνο) ενεργών δασικών πυρκαγιών με σκοπό την υποστήριξη της χάραξης ασφαλών και αποδοτικών στρατηγικών διαχείρισης.
● Πυλώνας 5: Αποκατάσταση. Εφαρμογή μέτρων στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων.
Η υιοθέτηση και εφαρμογή μιας στρατηγικής ολοκληρωμένης διαχείρισης των πυρκαγιών αποτελεί πρόκληση και αναγκαιότητα. Αποτελεί πρόκληση διότι μια τέτοια στρατηγική έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κοινή γνώμη που εδώ και πάρα πολλά χρόνια πριμοδοτεί τη θεωρία του «καταστολή της φωτιάς με κάθε κόστος». Αποτελεί όμως πολύ περισσότερο αναγκαιότητα, διότι μια τέτοια στρατηγική επιτρέπει την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της προσαρμογής μας στις νέες συνθήκες που εμείς οι ίδιοι, ως άνθρωποι, έχουμε δημιουργήσει για τον πλανήτη μας. Τέλος, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως τα οφέλη από την υιοθέτηση μιας στρατηγικής ολοκληρωμένης διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών είναι πολλαπλάσια της στρατηγικής που μέχρι σήμερα εδράζεται κύρια στον τομέα της καταστολής.
Συνοψίζοντας, στην αυγή της εποχής των ακραίων δασικών πυρκαγιών οφείλουμε να απαντήσουμε επενδύοντας σε στρατηγικές ολοκληρωμένης διαχείρισης των πυρκαγιών που θα βασίζονται σε επιστημονική γνώση αιχμής και θα διασυνδέουν με τρόπο ουσιαστικό και άμεσο ερευνητικούς/επιστημονικούς και επιχειρησιακούς φορείς. Κάθε άλλη προσέγγιση, ακόμα και εάν βραχυπρόθεσμα φαίνεται να έχει «καλά» αποτελέσματα, νομοτελειακά θα οδηγεί μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σε μια κατάσταση όπου, ξανά, το ίδιο το φαινόμενο θα ξεπερνά τις δυνατότητές μας σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπισή του.
* Πυρομετεωρολόγος, κύριος ερευνητής ΙΕΠΒΑ/ΕΑΑ
