ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο γάτος καθόταν στο παράθυρο και παρατηρούσε τον δρόμο πίσω από τη σήτα. Αν και σχεδόν δύο ετών πια, δεν έλεγε να συνηθίσει στην ιδέα ότι οι βόλτες του θα ήταν λίγες και περιορισμένες. Λίγο στο μπαλκόνι το πρωί -κι αυτό υπό επιτήρηση- και μια βδομάδα στο εξοχικό. Εκεί είχε σχετική ελευθερία. Μπορούσε να περιδιαβαίνει τον κήπο, να χώνεται στην αποθήκη και μετά να βγαίνει τυλιγμένος στη σκόνη και σε ιστούς αράχνης. Επαιζε μέσα στο σπίτι, αλλά άλλο πράγμα το έξω.

Δυο βράδια, Απρίλιος ήταν, που είχε πολλή ζέστη, παράλογη ζέστη για την εποχή, η «μαμά» του τον είχε αφήσει να καθίσει μαζί της στο μπαλκόνι. Είχε ντύσει το κάγκελο με ημιδιάφανο πλέγμα. Φοβόταν ότι θα της το σκάσει – πρώτος όροφος βλέπεις, και οι γύρω δρόμοι πολύ επικίνδυνοι. Μόλις τον είδε ότι έψαχνε τρόπο να περάσει κάτω από το πλέγμα, τον πήρε αγκαλιά και τον έκλεισε μέσα.

Πόση απογοήτευση. Κι εκείνη τον λυπόταν, αλλά τι να έκανε; Πού να τον αφήσει να φύγει; Ανησυχούσε μην του συμβεί κάτι. Κι έτσι, για να τον προστατεύσει, τον περιόριζε. Προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι ο κόσμος έξω είναι επικίνδυνος. Οτι κυκλοφορούν αυτοκίνητα που τρέχουν πολύ, ότι υπάρχουν επίσης σκυλιά που θα μπορούσαν να του κάνουν κακό. Ο γάτος αρνούνταν να το καταλάβει. Ενα βράδυ πάντως, τα κατάφερε.

Την έπιασε στον ύπνο, κρύφτηκε πίσω από τον καναπέ και, όπως εκείνη πήγε να κλείσει τα παντζούρια, παραφύλαξε και βγήκε έξω. Οταν το κατάλαβε είχε περάσει μισή ώρα. Ο γάτος δεν κάθισε καν στο μπαλκόνι, τρύπωσε κάτω από το πλέγμα και πηδώντας στη σκάλα της διπλανής μονοκατοικίας, έφυγε. Εκείνο το παλιό σπιτάκι είχε μια ωραία αυλή με μια μεγάλη ελιά, ένα φουντωτό δεντρολίβανο και γλάστρες με γεράνια. Τέλεια. Θα απολάμβανε τη φύση. Την ίδια ώρα, τη «μαμά» του τη ζώνανε τα φίδια. Φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά της πάνω από τις πιτζάμες, έβαλε ξεκάλτσωτη τα παπούτσια της, πήρε και τον φακό και βγήκε στον δρόμο.

Πρώτα έψαξε κάτω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Δεν ήταν εκεί. Μετά γύρω από τον κάδο με τα σκουπίδια. Υστερα πήγε στην αυλή. Πήγε να μπει, η αυλόπορτα ήταν κλειδωμένη. Το σπίτι θα γκρεμιζόταν σύντομα και δεν μπαινόβγαινε κανείς. Σκέφτηκε να πηδήξει μέσα. Φώναζε τον γάτο, εκείνος αμίλητος και κρυμμένος καλά, άφαντος. Το πήρε απόφαση, σκαρφάλωσε πάνω από τα κάγκελα και μπήκε. Ακουσε ένα χρατς. Κάπου είχε πιαστεί το παντελόνι της και σκίστηκε. Πήγε να ξεστομίσει μια βρισιά, αλλά κρατήθηκε. Επρεπε να βρει τον γάτο πρώτα και μετά θα του έδειχνε του κερατά…

Οπως έριχνε το φως εδώ κι εκεί, πότε με φωνές και πότε με γλυκόλογα, για να τον καλοπιάσει, είδε τα μάτια του να γυαλίζουν ανάμεσα σε δύο γλάστρες. Μπροστά της ήταν, αλλά δεν κουνιόταν. Μάλλον απολάμβανε να τη βλέπει να τον ψάχνει σαν τρελή. «Εδώ είσαι, γατούλη μου;» του είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε, ανακουφισμένη που τον έβλεπε τουλάχιστον καλά. «Ελα, πάμε σπίτι». Μόλις έκανε να τον πλησιάσει, ο γάτος με ένα φρρρρτ, κάνει πέρα και ξαπλώνει κάτω. Πήγε κοντά του, έσκυψε να τον πιάσει, ξανά το ίδιο… Πέντ’-έξι φορές έγινε αυτό. Μέχρι που πέρασε ένα μεγάλο φορτηγό… Η εξάτμισή του έκανε τόσο θόρυβο, ο γάτος τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ, έβαλε μια τρεχάλα και γύρισε στο μπαλκόνι.

Εκείνη έμεινε για λίγο εκεί, μην ξέροντας αν πρέπει να γελάσει ή να μαλώσει το πεισματάρικο γατί. Ετρεξε κι εκείνη πίσω, με τον φόβο ότι στο μεταξύ ο γάτος θα έφευγε ξανά. Ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα, τον βρήκε να περιμένει. Κάνει πάλι ένα φρρρτ και τρέχει στο μπολάκι με το νερό του. Κλείδωσε κι εκείνη την πόρτα και κάθισε λαχανιασμένη στον καναπέ. Σε λίγο ο γάτος ήρθε στο σαλόνι, τρίφτηκε στα πόδια της και πήδηξε στην αγκαλιά της. Η κρίση είχε αποφευχθεί. Κάτι είχαν μάθει και οι δυο.

Ποιος ήταν άραγε ο νικητής;