Οι γιορτές γίνονται θερμόμετρο των εποχών. Μπορούμε να πούμε ότι καταγράφουν, ως κοινωνικοί παλμογράφοι, τα αισθήματα, τις ανησυχίες, τις ελπίδες, τον τρόπο σκέψης και τις πολιτισμικές συμπεριφορές.
Θυμάμαι τη δεκαετία του 1980. Στις ονομαστικές γιορτές άνοιγε το σαλόνι, το άβατο του διαμερίσματος στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου χρόνου, για να φρεσκαριστεί με τις ευχές, το τσίπουρο, το βερμούτ, κυρίως όμως με το ουίσκι, που ήταν υπόθεση του σαλονιού. Κι έτσι αποκτούσε ζωή, έδειχνε πως δεν ήταν απλά ένα νεκρό μέρος της οικογένειας.
Εχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε. Οι γιορτές σταμάτησαν να γίνονται στα σπίτια, τα σαλόνια γινήκανε κομμάτι της καθημερινότητας, με την τηλεόραση νέας γενιάς να κυριαρχεί στον χώρο. Χωρίς το σεμεδάκι που σκέπαζε τους παλιούς δέκτες. Οι αλλαγές συμπαρέσυραν και το μπουκάλι κονιάκ, στην καλύτερη περίπτωση ουίσκι, που κύκλωνε τις επισκέψεις, ως αντανάκλαση μιας κοινωνίας που βρισκόταν σε αργή κίνηση και προετοιμαζόταν για ανοίγματα σε γεύσεις και συνήθειες διαφορετικές. Ισως το ουίσκι να ήταν ο προπομπός της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα σπίτια ανά τη χώρα.
Εχω μπροστά μου το γιασεμί που μου χάρισαν η Γιάννα και ο Κώστας. Σκέφτομαι να το φυτέψω στο κτήμα, να μου θυμίζει τη στιγμή και τους φίλους. Σαν τότε που στα γεννητούρια οι γονείς φύτευαν ένα δέντρο, να γίνει η υλική έκφραση της εσωτερικής πλήρωσης, των φιλικών αισθημάτων. Το γιασεμί δίπλα μου μοσχοβολάει. Μου φέρνει στον νου τα λόγια του Σεφέρη (Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’): Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό το γιασεμί. Αυτή τη σταθερότητα των ιδιοτήτων την έχουμε ανάγκη στις αρχές του 21ου αιώνα. Ολα ρευστοποιούνται, οι κοινωνικές σχέσεις σχετικοποιούνται, εξαρτώμενες από τις αναγκαιότητες. Ακόμη και τα λουλούδια χάνουν τις μυρουδιές, γίνονται άοσμα, να διερμηνεύουν την αδυναμία να νιώσουμε τον συγκλονισμό των αισθημάτων.
Το γιασεμί εκπέμπει μεθυστικό άρωμα. Αντέχει στις δυσκολίες, στην ξηρασία, δεν είναι απαιτητικό. Είναι γενναιόδωρο με τους ανθρώπους. Που συνήθισαν στα ανταλλακτικά αισθήματα.
«Είχα ξεχάσει πώς μυρίζει το γιασεμί», γράφει η Κατσαβού σε αφιερωματικό ποίημα στον Νίκο Δήμου. Θα μπορούσε να γίνει ο στίχος γενική διαπίστωση για τους καιρούς που ζούμε. Εχουμε χάσεις τις γεύσεις, τις οσμές, τις μνήμες που συνοδεύουν όλα αυτά για συμπεριφορές και αισθήματα. Εχουμε βάλει τις ευαισθησίες μας στο ερμάρι με τις αταξινόμητες εκκρεμότητες.
«Μοσχοβολάει η νύχτα γιασεμί κι ελπίδα – είναι τα χνάρια σου, Μενέλαε». Διαβάζω, λέξη τη λέξη, τον στίχο του Ρίτσου, που αναζητά τον εξορισμένο Λουντέμη. Οι παλιοί ποιητές είναι ένα αποκούμπι σε μια εποχή που εξόρισε τις μυρουδιές. Οι παλιοί διανοούμενοι είναι μια καταφυγή. Παραγίναμε νερόβραστοι και άοσμοι.
Μπροστά μου στέκει το γιασεμί. Μόνο μιλιά που δεν έχει.
